Ἀνέκαθεν μοῦ ἄρεσε νὰ διηγοῦμαι ἱστορίες, σάμπως ἡ πραγματικότητα νὰ μὴν ἀρκοῦσε καὶ νὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ντύσω γιὰ τὸ χειμώνα. Ὅσο γιὰ τὴ βία, τὴν ἀνακάλυψα μεγαλώνοντας, μέσα ἀπὸ τὰ βιβλία ἢ τὶς ἐφημερίδες, τὴ βία τῶν ἀνθρώπων ποὺ σοῦ τσακίζει τὴν καρδιά. Δὲν μὲ γοητεύει, μὲ ἀναγουλιάζει. Τὶς πιὸ εἰδεχθεῖς πράξεις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὶς ἐπινοήσει κανείς, ἀλλά, ὅπως καὶ τὸ θάνατο, νὰ μὴν τὶς ξεχνᾶ. Καὶ καθὼς εἴμαστε θηλαστικὰ μὲ ἐνσυναίσθηση ὅπως καὶ τὰ κήτη, μπορεῖ κανεὶς νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὰ θύματα.
Μὲ τὴ Μαγκαλὶ Μπλαντέν.
Πῶς νὰ τῆς ἐπιστρέψω τὴν ἀνθρώπινη ὑπόστασή της, τὴν ἀξιοπρέπειά της; Πῶς νὰ ξαναδώσω ζωὴ σὲ μιὰν ἄγνωστη; Νὰ γίνω δημοσιογράφος ἀστυνομικῶν δελτίων γιὰ νὰ ἀνακαλύψω τὴν ἀλήθεια αὐτῆς τῆς γυναικοκτονίας; Ἀκόμη καὶ ὁ αὐτόματος διορθωτής κειμένου τοῦ ὑπολογιστή μου ὑπογραμμίζει τη λέξη, σάμπως νὰ ἔκανα λάθος. Εἶναι ἡ γαλλική γλώσσα ποὺ ἔχει καθυστερήσει ἡ μήπως ἀδρανοῦν οἱ προγραμματιστὲς τῆς Σίλικον Βάλλεϋ; Οἱ γυναικοκτονίες δὲν εἶναι σημερινό φαινόμενο· τὸ 1999, μέσα σὲ μία καὶ μόνο χρονιά, χιλιάδες Μεξικανὲς εἶχαν ἀπαχθεῖ καὶ ἐκτελεστεῖ στὴ Σιουδάδ Χουάρεζ, χωρίς ποτὲ κανεὶς νὰ δικάσει τοὺς ἐνόχους. Γιὰ νὰ μὴν πᾶμε πιὸ παλιά…
Χάρη στα μικρά και αβέβαια βήματα προς τα εμπρός, στην συστημική ενημέρωση που αναγκάστηκε και στην αντισυστημική που πηγάζει από την πληκτρολόγιο σε πληκτρολόγιο επικοινωνία στα social και σε μια εκ νέου διείσδυση της φεμινιστικής ματιάς σε τέχνες όπως η λογοτεχνία, τα τελευταία χρόνια ο όρος γυναικοκτονία έχει αρχίσει να κερδίζει την αναγνώριση που του αρνιόταν η γλώσσα του δικαίου και η ρητορική της πολιτικής. Η γυναικοκτονία δεν συνιστά μια περίπτωση εγκληματικότητας μεταξύ άλλων, ούτε ένα στατιστικό δεδομένο που καταγράφεται με τη μηχανικότητα του συνηθισμένου στις στήλες των εφημερίδων, αλλά την πιο οριστική και ακραία έκφραση μιας πατριαρχικής βίας που διατρέχει το κοινωνικό σώμα ως δομικό του στοιχείο, ως ασυνείδητο που επανέρχεται με την επιμονή του συμπτώματος. Ως όρος συμβάλει στον υπερτονισμό ενός φαινομένου που η πολιτική και η νομική γλώσσα αδυνατούσαν μέχρι πρότινος να αναγνωρίσουν στην ειδικότητά του, επειδή η δολοφονία μιας γυναίκας από τον σύντροφό της κωδικοποιούνταν ως έγκλημα πάθους, ως οικογενειακή τραγωδία, ως ατυχές περιστατικό που ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του πολιτικού.
Αυτή η γλωσσική μετατόπιση, η επιμονή να ονομαστεί η βία με το πραγματικό της όνομα, αποτελεί πράξη αντίστασης ενάντια σε μια οικονομία του νοήματος που επιδιώκει να θάψει τις γυναίκες δύο φορές, πρώτα στον τάφο και έπειτα στη σιωπή. Διότι η γυναικοκτονία δεν είναι η κατάληξη μιας απότομης κρίσης ούτε το αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έξαρσης οργής, αλλά η τελική πράξη μιας μακράς διαδικασίας ελέγχου, εκφοβισμού, και κυριαρχίας που βρίσκει στη φυσική εξόντωση την τελευταία της επιβεβαίωση. Η γυναίκα που επιχειρεί να διαφύγει από αυτή τη σχέση, που τολμά να ζητήσει διαζύγιο, που διεκδικεί την αυτονομία της ύπαρξής της και το δικαίωμα να ζήσει χωρίς φόβο, γίνεται αυτομάτως στόχος μιας εκδίκησης που μεταμφιέζεται σε αγάπη, σε ζήλεια, σε δικαίωμα ιδιοκτησίας. Αυτή η βία δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας, δεν είναι παρέκκλιση αλλά συστατική διάσταση μιας κοινωνίας που οργανώνεται γύρω από τη λογική της ιδιοκτησίας και της συσσώρευσης, όπου η γυναίκα, όπως και η εργασία, μετατρέπεται σε αγαθό προς εκμετάλλευση. Η πατριαρχία δεν είναι κάποια αρχέγονη δομή που επιβιώνει ως κατάλοιπο προνεωτερικών κοινωνιών, αλλά λειτουργικό μέρος του καπιταλισμού, η μηχανή που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης εντός του οικογενειακού πλαισίου χωρίς κόστος, που κρατά τις γυναίκες δεσμευμένες στο ανήμπορο έργο της φροντίδας, που εγγυάται την κληρονομική μεταβίβαση της περιουσίας μέσω του θεσμού του γάμου. Η κάθε δολοφονημένη γυναίκα είναι η απόδειξη ότι αυτό το σύστημα δεν έχει σβήσει αλλά έχει απλώς μετασχηματιστεί, προσαρμοστεί στις απαιτήσεις μιας εποχής που διατείνεται ότι έχει επιτύχει την ισότητα ενώ εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση την ίδια θανάσιμη λογική του ελέγχου και της κατοχής.
Αλλά, μάλλον παραφόρτωσα το κείμενο, αφήνοντας τον εαυτό μου να παρασυρθεί όπως κάνει, ορμώμενος από το ίδιο εννοιολογικό πλαίσιο, και ο Καρύλ Φερε στο βιβλίο του Μαγκαλί. Ο Φερέ, γεννημένος το 1967 στο Καν και μεγαλωμένος στη Βρετάνη, έχει επιβληθεί στη γαλλική σκηνή του νουάρ ως εκπρόσωπος του λεγόμενου ethno-polar, ενός υποείδους που μετατοπίζει την αφήγηση της βίας από τα αστικά κέντρα της Ευρώπης στις περιφέρειες του πλανήτη, εκεί όπου η αποικιακή ιστορία και η νεοαποικιακή πολιτική πραγματικότητα συναντώνται σε εκρηκτικό συνδυασμό, χαρίζοντας στο αναγνωστικό σημαντικά έργα όπως η Τριλογία της Λατινικής Αμερικής, Ζουλού, Πάγος. Όταν το Φεβρουάριο του 2021 άκουσε στο France Culture την είδηση για την εξαφάνιση της Μαγκαλί Μπλαντέν από το Μονφορ-συρ-Με, το όνομα του χωριού τον χτύπησε με τη βία της ανάμνησης, διότι εκεί μεγάλωσε ο ίδιος, σαράντα επτά χρόνια νωρίτερα. Το παιδί του punk και της προλεταριακής αντίστασης, ο συγγραφέας που είχε διασχίσει ηπείρους χαρτογραφώντας την βια, ξανά-ανακάλυψε ότι η βαρβαρότητα δεν απαιτεί εξωτικοποίηση ούτε εθνογραφική απόσταση, αλλά είναι εντόπια, συμβαίνει στο γειτονικό σπίτι, στο χωριό που η μνήμη του είχε διατηρήσει αθώο.
Η ιστορία της Μαγκαλί Μπλαντέν είναι χιλιοπαιγμένη και θα μπορούσε, αν αλλάζαμε τα πρόσωπα του δράματος, να έχει συμβεί στην Ελλάδα, στην πόλη μας, στην γειτονιά μας. Ήταν σαραντάχρονη ειδική παιδαγωγός και μητέρα τεσσάρων παιδιών που είχε χωρίσει από τον σύζυγό της Ζερόμ Γκαγιάρ τον Σεπτέμβριο του 2020, μετά από χρόνια συζυγικής βίας που η οικογένεια και το περιβάλλον γνώριζαν αλλά αδυνατούσαν ή δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν. Η διαδικασία του διαζυγίου βρισκόταν σε εξέλιξη και η Μαγκαλί πίστευε αφελώς ότι το κράτος θα την προστάτευε. Έναν μήνα μετά την εξαφάνισή της, το πτώμα της ανακαλύφθηκε στο δάσος του Μπουαζερβιλύ, θαμμένο προσεκτικά σε ένα βαθύ κακοσκαμένο τάφο. Ο σύζυγός της, σε μια σκηνοθετημένη δολοφονία που είχε τη σιωπηλή συνεργία των γονιών του, την έσφαξε και έθαψε το σώμα της, επιχειρώντας να παραστήσει τον ανήσυχο σύζυγο που αναζητά απεγνωσμένα την εξαφανισμένη μητέρα των παιδιών του. Το έγκλημα αποκαλύφθηκε χάρη σε προσωπικό λάθος του δολοφόνου και την επιμονή των χωροφυλάκων, αλλά εκείνη είχε ήδη προστεθεί στον ατελείωτο κατάλογο των γυναικών που σκοτώθηκαν επειδή τόλμησαν να φύγουν. Όπως γίνεται και στην Ελλάδα, όπως γίνεται σε κάθε χώρα, τα εθνικά μέσα ασχολήθηκαν με την υπόθεση και το όνομά της κυκλοφόρησε για λίγο στον δημόσιο χώρο πριν εξαφανιστεί ξανά μέσα στη συνεχή ροή των ειδήσεων και πληροφοριών που μας εκπαιδεύουν στη λήθη.
Το βιβλίο που προέκυψε από την επιστροφή του Φερέ στο χωριό του επιχειρεί να λειτουργήσει ως υβριδικό κείμενο, μίξη αστυνομικής έρευνας και αυτοβιογραφικής αφήγησης, με δηλωμένο στόχο “μια προσπάθεια να ανασυρθεί η Magali από την ανωνυμία του στατιστικού και να μην πεθάνει για δεύτερη φορά μέσα στη λήθη”. Ο Φερέ ταξιδεύει στο Μονφορ-συρ-Με δεκαετίες μετά την αναχώρησή του, αναζητώντας μαρτυρίες, προσπαθώντας να συλλέξει τα κομμάτια της ιστορίας της Μαγκαλί, να ανασυγκροτήσει την τελευταία της πορεία. Συναντά όμως μόνο σιωπή. Οι κάτοικοι του χωριού δεν θυμούνται ή δεν θέλουν να μιλήσουν, οι χωροφύλακες προστατεύουν τη διακριτικότητα της έρευνας, και η ίδια η Μαγκαλί που είχε έρθει πρόσφατα στο χωριό, δεν έχει αφήσει παρά ελάχιστα ίχνη στην κοινωνία που την περιέβαλλε. Αντιμέτωπος με αυτό το κενό, ο συγγραφέας στρέφεται στο μόνο υλικό που διαθέτει άφθονο, την προσωπική του μνήμη. Τα δύο τρίτα του βιβλίου καταναλώνονται έτσι στην ανάκληση της εφηβείας του, στις αναμνήσεις από το Μονφορ-συρ-Με της δεκαετίας του εβδομήντα και ογδόντα, στις πρώτες του σεξουαλικές εμπειρίες, στα τσιγαριλίκια, την punk μουσική, στην άγρια εφηβεία. Η έρευνα, πάνω στην έρευνα της αστυνομίας που έγινε προ μηνών, με την βοήθεια παλιών γνωστών και τοπικών ρεπόρτερ, είναι ανεμική με τη μόνη ουσιαστική πληροφορία για την υπόθεση να έρχεται στις τελευταίες σελίδες μέσω της μαρτυρίας του δικηγόρου του δολοφόνου, που αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες του σχεδίου και τον ρόλο των γονιών στη δολοφονία, αλλά μέχρι τότε το βιβλίο έχει ήδη μεταμορφωθεί σε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που υπόσχεται η εισαγωγή του συγγραφέα.
Το βιβλίο αποτυγχάνει με τρόπο που αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για τα όρια της εξομολογητικής γραφής όταν επιχειρεί να μιλήσει για τον Άλλο, σφάλμα στο οποίο οι άντρες συγγραφείς – ακόμη και οι μεγάλοι σαν τον Φερέ – πέφτουν συχνά. Η Μαγκαλί απουσιάζει από τη δική της ιστορία όχι μόνο αφηγηματικά αλλά και συμβολικά, παραμένει ένα κενό που γεμίζει η παρουσία του συγγραφέα, δεν μιλά ποτέ με τη δική της φωνή ούτε καν μέσω επιστολών ή μαρτυριών, και αυτή η απουσία δεν είναι απλώς έλλειψη υλικού αλλά αφηγηματική επιλογή που προτιμά το γνωστό από το άγνωστο. Ο Φερέ δεν συνειδητοποιεί ότι η επιστροφή στο χωριό απαιτεί την παραχώρηση του λόγου, ότι δεν μπορεί να μιλήσει για τη Μαγκαλί χωρίς να τη μετατρέψει σε σκηνικό για την προσωπική του νοσταλγία, και έτσι το βιβλίο καταδεικνύει τα όρια μιας λογοτεχνικής ηθικής που νομίζει ότι η καλή πρόθεση αρκεί για να νομιμοποιήσει την αναπαράσταση του πόνου του Άλλου, χωρίς να αναρωτηθεί αν η ίδια η αναπαράσταση δεν συνιστά μια μορφή βίας. Η γυναικοκτονία απαιτεί κάτι περισσότερο από ενσυναίσθηση, απαιτεί μια καθολική μετατόπιση του βλέμματος που αποδέχεται ότι η φωνή του θύματος δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη φωνή του συγγραφέα και ότι ορισμένες ιστορίες δεν μας ανήκουν για να τις πούμε.
