Τον Ιούλιο του 1992 και ενώ η Βαρκελώνη ετοιμαζόταν να υποδεχθεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα σηματοδοτούσαν τη μεταμόρφωσή της σε παγκόσμια, σύγχρονη μητρόπολη, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν δημοσίευσε σε ολυμπιακό ένθετο της El País μια σειρά κειμένων, μια σατιρική αντιαφήγηση της μεγάλης γιορτής που μετέτρεπε την πόλη του σε θεματικό πάρκο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1993, αυτά τα κείμενα έγιναν μυθιστόρημα και κυκλοφόρησαν από τον οίκο Planeta με τον τίτλο Σαμποτάζ στους ολυμπιακούς αγώνες (Sabotaje olímpico), το πιο αμφιλεγόμενο ίσως βιβλίο της σειράς με τον Πέπε Καρβάλιο, ένα έργο που διχάζει τους αναγνώστες ακόμα και σήμερα και που η κριτική αργεί τριάντα χρόνια να αναγνωρίσει ως ένα από τα πιο διορατικά κείμενα για τη σχέση μεταξύ αθλητικού θεάματος, αστικού μετασχηματισμού και νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Ο Μονταλμπάν ένας από τους σπουδαιότερους Καταλανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, παρέδωσε πλούσιο συγγραφικό έργο γράφοντας νουβέλες, διηγήματα, δοκίμια και ποιήματα, ακόμη και γαστρονομικούς οδηγούς, με την βιβλιογραφία του να αγγίζει τους εκατό τίτλους. Στην αιωνιότητα όμως πέρασε για την σειρά του Πέπε Καρβάλιο, μέσα από την οποία χρησιμοποιώντας έντεχνα το είδος του αστυνομικού μεσογειακού νουάρ σαν δούρειο ίππο, ο συγγραφέας κριτικάρει και σχολιάζει έξυπνα την ισπανική επικαιρότητα για κοντά μισό αιώνα, καλύπτοντας την περίοδο από την πτώση του φρανκισμού έως τις πρώτες μέρες της νέας χιλιετίας. Συνοδοιπόρος σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή, ο Πέπε Καρβάλιο, ο μεσήλικας αντικομφορμιστής ιδιωτικός ντετέκτιβ γαλικιανής καταγωγής που διαμένει στη Βαρκελώνη, ένας χαρακτήρας των αντιθέσεων που στα νιάτα του ήταν ενεργός κομμουνιστής αλλά ταυτόχρονα για ένα διάστημα δούλεψε για τη CIA, βαθιά καλλιεργημένος και πολυδιαβασμένος μα αρέσκεται πλέον στο να καίει βιβλία αποφασισμένος ότι δεν θα του μάθουν αυτά να ζει, αντικομφορμιστής και ασκητικός, με μόνη περιστασιακή απόλαυση τη γαστρονομία.
Η πρώτη εμφάνιση του Καρβάλιο γίνεται στο Εγώ σκότωσα τον Κέννεντυ (1972), ένα βιβλίο που συνήθως δεν προσμετράται στην κεντρική σειρά, καθώς εδώ εμφανίζεται ένας Καρβάλιο που, έχει μεν μερικά από τα χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν τον χαρακτήρα, πρωτόλεια και ασχημάτιστα δε, ενώ ο συγγραφέας δεν ακολουθεί τη νουάρ αστυνομική φόρμα των μεταγενέστερων μυθιστορημάτων του, αλλά δίνει ένα μεταμοντέρνο αντιμυθιστόρημα, ένα πρωτοποριακό και χαοτικό mare magnum που αναμιγνύει ποίηση, δοκίμιο, κόμικς και κινηματογράφο, σουρεαλιστικά και πειραματικά στοιχεία. Σχεδόν όλα τα υπόλοιπα βιβλία χαρακτηρίζονται από έναν προσβάσιμο νουάρ ρεαλισμό και λειτουργούν ως κοινωνικά χρονικά της μεταφρανκικής Ισπανίας, με τον Μονταλμπάν να χρησιμοποιεί τα βιβλία του ως αντίστιξη στην λαϊκή κουλτούρα και τη μαζική λογοτεχνία.
Το Σαμποτάζ στους Ολυμπιακούς Αγώνες αντιστρέφει αυτή τη φόρμουλα εν πλήρη συνειδήσει και επιστρέφει στον μεταμοντέρνο σουρεαλισμό και τον πειραματισμό του Εγώ σκότωσα τον Κέννεντυ. Σε μια Βαρκελώνη που υφίσταται ως πόλη που “περίμενε, γεμάτη ξενοδοχεία, γραφεία, αταίριαστες πλατείες, περιφερειακούς δρόμους και σήραγγες, να έρθουν οι ξένοι πρίγκιπες των παραδοσιακών τραγουδιών του 17ου και του 18ου αιώνα να την παντρευτούν και να την πάρουν μαζί τους στον Βορρά”, σε μια πόλη “παστεριωμένη” από την οποία αφαιρέθηκαν όλοι οι “παθογόνοι παράγοντες” που δεν ταίριαζαν στη μοντέρνα κοσμοπολίτικη εικόνα της, ο Καρβάλιο ξεκινά οχυρωμένος μέσα στο σπίτι του στη Βαλβιδρέρα, αποφασισμένος να μην παρακολουθήσει ούτε ένα λεπτό των Αγώνων, αλλά η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, με επικεφαλής το σατιρικά πορτρέτο του Χουάν Αντόνιο Σαμαράνκ, τον “πρώτο φρανκικό που πέτυχε το status του Παγκόσμιου Καταλανού”, τον επιστρατεύει για να ερευνήσει μια υποτιθέμενη συνωμοσία σαμποτάζ. Η έρευνα εξελίσσεται σε ένα σουρεαλιστικό πυρετικό όνειρο, με ψεύτικες συνωμοσίες που σκεπάζουν πραγματικές, με εθνικιστικές οργανώσεις, δυσαρεστημένους χορηγούς, και με αμερικανούς αξιωματούχους που μπερδεύουν γεωγραφικά τη Βαρκελώνη με τη Βαγδάτη εν μέσω Πολέμου του Κόλπου.
Μέσα σε αυτό το σουρεαλιστικό πλαίσιο ο Μονταλμπάν τοποθετεί μια σειρά χαρακτήρων και καταστάσεων που λειτουργούν ταυτόχρονα ως σατιρικοί φορείς και ως πολιτικές αλληγορίες. Μια Σέρβα μπόντι μπίλντερ που ισχυρίζεται ότι είναι κόρη του Τίτο και κουβαλάει αρχεία της KGB αγορασμένα στο παζάρι του μεταψυχροπολεμικού ξεπουλήματος. Ο ίδιος ο Καρβάλιο ως “πρώτος μεταμοντέρνος ντετέκτιβ” με την ιδεολογική του πορεία, ως κομμουνιστής, ως πράκτορας CIA, ως επιτηδευματία, να γίνεται αλληγορία ολόκληρου του 20ου αιώνα. Ένας νεαρός λογοτεχνικός κριτικός που εξομολογείται με ανατριχιαστική ειλικρίνεια τη μέθοδό του, επιλέγοντας φίλους βάσει αισθητικής συμβατότητας και σκεπάζοντας τα αδύναμα έργα τους με ερμητική ακαδημαϊκή γλώσσα, σε μια σκηνή που αποτελεί ίσως την πιο εύστοχη σάτιρα του λογοτεχνικού κατεστημένου που έχει γραφτεί στα ισπανικά. Οι διοργανωτές που κατηγορούνται ότι αφιέρωσαν τέσσερα χρόνια αντιμετωπίζοντας ένα μόνο πρόβλημα, αν οι Αγώνες θα είναι καταλανικοί ή ισπανικοί, ενώ στο παρασκήνιο κάθε ισχυρό συμφέρον του πλανήτη προετοίμαζε τη δική του εκδοχή του θεάματος. Ο Μπισκουτέρ, ο πιστός σύντροφος του Καρβάλιο που του γράφει από το Λονδίνο ότι η γενικευμένη κρίση του καπιταλισμού έφτασε και ότι χωρίς τις εκπτώσεις στα πολυκαταστήματα και το κύπελλο ποδοσφαίρου η επανάσταση θα ήταν θέμα μηνών. Κανένα από αυτά δεν λειτουργεί ως συμβατική πλοκή, δεν υπάρχει φόνος, δεν υπάρχει λύση, δεν υπάρχει καν αληθινή συνωμοσία παρά μόνο η συνωμοσία αυτή καθαυτή του θεάματος, η συμμαχία πολιτικών, σχεδιαστών και επιχειρηματιών που αναδιαμόρφωσαν τη Βαρκελώνη για λογαριασμό του κεφαλαίου, και αυτή ακριβώς είναι η πρόθεση του Μονταλμπάν. Η επιστροφή στον μεταμοντερνίστικο πειραματισμό του πρώτου βιβλίου μετά από είκοσι χρόνια αστυνομικού νουάρ δεν είναι αποτυχία αλλά δήλωση, η αναγνώριση ότι ο ρεαλισμός δεν επαρκεί πλέον για να αποτυπώσει μια πραγματικότητα που η ίδια έχει γίνει σουρεαλιστική.
Διαβάζοντας σήμερα το Σαμποτάζ στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τρεις δεκαετίες μετά τη συγγραφή του, αν ξεπεραστεί η αλλαγή ύφους και οι προσδοκίες που έχει καλλιεργήσει ο συγγραφέας για ένα καθαρόαιμο νουάρ, ο αναγνώστης βλέπει ότι ο Μονταλμπάν δεν έγραψε ένα αποτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά ένα πετυχημένο αντι-μυθιστόρημα, ένα κείμενο που η κριτική του για τη νεοφιλελεύθερη αστικοποίηση, για το θέαμα ως μηχανισμό αποχαύνωσης, για τη μετατροπή της πόλης σε εμπόρευμα, έχει επαληθευτεί με τρόπους που ακόμα και ο ίδιος πιθανότατα δεν περίμενε. Η μόνη ειλικρινής απάντηση στο άγονο θέαμα, φαίνεται να λέει, είναι αυτή που δίνει ο ίδιος ο Καρβάλιο στο τέλος του βιβλίου, ακούγοντας ένα παλιό τρανζίστορ μαζί με τον Μπισκουτέρ, ένα αναλογικό σήμα σε έναν κόσμο που έχει ήδη γίνει ψηφιακός, μια μικρή, ανθρώπινη χειρονομία αντίστασης ενάντια στο μεγάλο τίποτα.



