Γκρινταντράπ - Καρύλ Φερέ

7 λεπτά Κυριακή 26 Απριλίου 2026 Από Καρύλ Φερέ
Αρκετά καό
Γκρινταντράπ - Καρύλ Φερέ
Ένα οικολογικό νουάρ στο παγωμένο σκηνικό των νησιών Φερόε

Στα νησιά Φερόες, το μοναχικό αρχιπέλαγος των δεκαοχτώ νησιών, οργωμένων από τον αέρα, την αλμύρα και το κρύο, που βρίσκονται καταμεσής του Βόρειου Ατλαντικού ωκεανού, ανάμεσα στη Σκωτία και την Ισλανδία, ηχούν δυνατά οι καμπάνες. Ένα επαναλαμβανόμενο έθιμο, αναγνωρίσιμο ανάμεσα σε χίλια άλλα για τους αυτόχθονες, ξεκινά. Είναι το γκρινταντράπ, το κυνήγι της φάλαινας κατά το οποίο χιλιάδες κητώδη οδηγούνται στους ρηχούς κόλπους των νησιών και θανατώνονται τελετουργικά.

Article image
«Ολόκληρος ὁ κόλπος ἔχει μαυρίσει ἀπὸ τὰ κητώδη, ἐνῶ τὰ δεκάδες πλοῖα ποὺ τὰ εἶχαν κυνηγήσει μέχρι ἐκεῖ σχηματίζουν συμπαγή κλοιὸ στὴν πλάτη τους, ἀδιαπέραστο, καὶ γιὰ τὰ σόναρ τους τρομακτικό· οἱ ἄνθρωποι πάνω στὰ πλοῖα χτυποῦν τὰ κήτη μέσα σ' ἕνα πανηγυρικό πανδαιμόνιο, κουδουνίζουν καμπάνες καὶ ροκάνες, φυσοῦν μὲ σφυρίχτρες καὶ μπουρούδες, σπρώχνοντας τὰ ζῶα νὰ φύγουν μπροστὰ καί, σὲ λίγο, νὰ ξεβραστοῦν στὴν ἀκτὴ ὅπου τὰ περιμένουν οἱ ἐκτελεστές».

Το φετινό γκριντ μοιάζει με σφαγή δίχως τέλος. Το αιματοβαμμένο έθιμο, που έχει τις ρίζες του αιώνες πίσω στο παρελθόν και διαθέτει φανατικούς υποστηρικτές και άσπονδους επικριτές, σταματά μόνο όταν η μεγαλύτερη καταιγίδα που έχει δει το νησί ξεσπά, παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά της και αφήνοντας πίσω της, μαζί με τα συντρίμμια, το καλυμμένο από παράξενες πληγές πτώμα του γέρο-αρχηγού του γκρινταντράπ, ξεβρασμένο ανάμεσα στα κουφάρια των κητωδών. Ταυτόχρονα εγκλωβίζει στα νησιά δύο ναυαγούς της οργάνωσης Sea Shepherd, στρατευμένους στην οικολογική και αντικαπιταλιστική μάχη, που γίνονται μάρτυρες της σφαγής και των φόνων που ακολουθούν. Την έρευνα αναλαμβάνει ο Σαΐρεν Μπάρεντσεν, αρχηγός των αστυνομικών δυνάμεων του νησιού, ένας σκληρός Δανός που κατέφυγε στα Φερόε με το μετατραυματικό στρες να τον κυνηγά, μαζί με την Έρικα, μια μαχητική δημοσιογράφο που έχει συχνά γίνει αγκάθι στην οικονομική και πολιτική ελίτ. Καθώς τα πτώματα πληθαίνουν και η καταιγίδα κρατά το αρχιπέλαγος αποκομμένο από τον έξω κόσμο, το πραγματικό τέρας αποκαλύπτεται καλά ριζωμένο στις σκιές της ανθρώπινης απληστίας. Το τελετουργικό αίμα των φαλαινών αποδεικνύεται μακάβριο προπέτασμα καπνού για ένα δίκτυο διαφθοράς, εταιρικών συμφερόντων και ένοχων μυστικών του παρελθόντος.

Με το Γκρινταντράπ, το νεότερο βιβλίο του, ο Καρύλ Φερέ κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα, δημιουργεί δηλαδή ένα μυθιστόρημα που μπλέκει polar και noir αισθητικές, μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια εξωτική γωνιά του κόσμου και τον φέρνει αντιμέτωπο με τις πολιτικές και οικολογικές παρεκβάσεις της εποχής μας.

Στα περισσότερα βιβλία του Φερέ η πολιτική βία προηγείται και η πλοκή οργανώνεται γύρω από το ιστορικό τραύμα. Στο Ζουλού η Νότια Αφρική κουβαλά το φάντασμα του Απαρτχάιντ, στο Μαπούτσε και στο Κόνδωρ η Λατινική Αμερική αιμορραγεί από δικτατορίες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, νεοφιλελεύθερα πειράματα και αποικιοκρατικές εκκρεμότητες, στον Πάγο το Νορίλσκ γίνεται μια αρκτική δυστοπία βιομηχανικής ρύπανσης και ολιγαρχικής λεηλασίας. Στο Γκρινταντράπ το πρώτο σοκ είναι η φύση που σπαράζει ως θύμα της ανθρώπινης αδηφάγας δίψας για το κέρδος. Είναι τα κητώδη, το αίμα στον κόλπο, ο ωκεανός, η καταιγίδα, το νησιωτικό τοπίο που μοιάζει να σηκώνεται ολόκληρο απέναντι στους ανθρώπους.

Ο Φερέ αξιοποιεί το έθιμο του γκρινταντράπ ως μια βίαιη, τελετουργική εικόνα, ικανή να συγκεντρώσει πάνω της όλη την αμηχανία του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά στην οικολογική καταστροφή. Το έθιμο βρίσκεται στην καρδιά ενός ηθικού διχασμού καθώς, για τους ντόπιους, είναι παράδοση, ταυτότητα και ιστορική συνέχεια, κομμάτι μιας κοινότητας που έμαθε να επιβιώνει σε ένα σκληρό, αφιλόξενο περιβάλλον, ενώ για τους ακτιβιστές και για τον προοδευτικό κόσμο είναι μια αιματοβαμμένη πρακτική, μια αδιανόητη επιβίωση βίας σε μια εποχή που γνωρίζει πια τι σημαίνει εξαφάνιση ειδών, διατάραξη οικοσυστημάτων, βιοπολιτική κυριαρχία πάνω στο μη ανθρώπινο. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις ο συγγραφέας στήνει την ένταση του βιβλίου, χωρίς να παραδίδει ένα απλοϊκό μανιφέστο και χωρίς να απαλλάσσει κανέναν από το βάρος της συνενοχής.

Σε μια πρώτη ανάγνωση το οικολογικό υπερκερνά το καπιταλιστικό ως πρώτη εντύπωση, ως αίσθηση, ως εικόνα. Όσο όμως η πλοκή προχωρά, γίνεται φανερό πως η οικολογική βία είναι ήδη πολιτική. Το αίμα των φαλαινών οδηγεί στο χρήμα, στη διαπλοκή, στα εταιρικά συμφέροντα, στην εξουσία που ξέρει να μετατρέπει κάθε τόπο σε πεδίο εκμετάλλευσης. Ο Φερέ ενσαρκώνει μυθιστορηματικά μια θέση ήδη διατυπωμένη θεωρητικά από τον Jason Moore και τον Andreas Malm, την ιδέα ότι αυτό που ονομάζουμε ανθρωπόκαινο είναι στην πραγματικότητα καπιταλόκαινο, αποτέλεσμα συγκεκριμένων συστημάτων παραγωγής, σχέσεων ιδιοκτησίας και ελίτ που γνωρίζουν πώς να ντύνουν την εκμετάλλευση με τη γλώσσα της προόδου, της παράδοσης, της ανάγκης ή της εθνικής ιδιαιτερότητας. Η αρετή του βιβλίου βρίσκεται στο ότι αυτή η θεωρητική θέση παράγεται μέσα από την πλοκή, με την οικολογική φρίκη να αποκαλύπτεται σταδιακά ως πρόσοψη μιας πιο εκλεπτυσμένης ληστείας. Το τέρας του βιβλίου, όσο κι αν η σκηνοθεσία παίζει με την ιδέα πως κάτι αρχέγονο μπορεί να αναδύεται από τα σκοτεινά νερά, έχει ανθρώπινο πρόσωπο, νομική κάλυψη, οικονομικά κίνητρα και πολιτική προστασία.

Όπως συνηθίζει, ο Φερέ γράφει με ορμή. Η πρόζα του έχει ρυθμό, νεύρο, κινηματογραφική ένταση, ενώ οι εικόνες του είναι συχνά υπερβολικές, φορτισμένες, σχεδόν σωματικές. Ο αναγνώστης μυρίζει την αλμύρα, αισθάνεται το κρύο, ακούει τα κύματα και τις μηχανές, βλέπει το αίμα να απλώνεται πάνω στο νερό. Το τοπίο των Φερόε λειτουργεί ως ενεργός μηχανισμός της πλοκής, με την απομόνωση του αρχιπελάγους, την καταιγίδα, την αδυναμία επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και την κλειστή κοινότητα που αναδιπλώνεται στα μυστικά της να συνθέτουν όλα μαζί ένα ασφυκτικό σκηνικό που ταιριάζει απόλυτα στη νουάρ λογική του συγγραφέα.

Οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε αυτό το τοπίο κουβαλώντας ο καθένας το δικό του τραύμα, τη δική του εμμονή, τη δική του μορφή ήττας. Ο Σαΐρεν Μπάρεντσεν ανήκει στη γνωστή κατηγορία των φερεϊκών ηρώων που έχουν ήδη ραγίσει πριν ξεκινήσει η ιστορία, με την σκληρότητά του να πηγάζει από μια εσωτερική φθορά, από μια εμπειρία βίας και μια τραγωδία που τον έχει αποκόψει από την ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Η Έρικα, από την άλλη, φέρνει στο βιβλίο την ενέργεια της δημοσιογραφικής αποκάλυψης, τη βεβαιότητα πως η αλήθεια έχει σημασία ακόμη και όταν όλοι γύρω της έχουν συμφέρον να παραμείνει θαμμένη. Γύρω τους, οι οικολόγοι, ο προβληματισμένος δύτης και η Ιρλανδέζα καπετάνιος, καθώς και οι ντόπιοι αξιωματούχοι και λοιποί συνεργάτες συνθέτουν ένα μικρό κοινωνικό πανόραμα, όπου κάθε θέση απέναντι στο γκρινταντράπ αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, την παράδοση και την εξουσία.

Το πιο αδύναμο σημείο του βιβλίου βρίσκεται στα κεφάλαια του δύτη ακτιβιστή, όπου η μετάβαση στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση εκθέτει τον Φερέ. Ενώ η τριτοπρόσωπη φωνή του υπολοίπου μυθιστορήματος αφήνει τις ιδεολογικές εντάσεις να αναδυθούν μέσα από τη δράση και τους διαλόγους, η εσωτερική φωνή του δύτη φορτώνεται με ρητές αναλύσεις, με δηλώσεις πεποιθήσεων, με μια οικολογική συνείδηση που αρθρώνεται κατευθείαν και χάνει τον δρόμο της προς τη δραματική παραγωγή. Ο χαρακτήρας μετατρέπεται σε ηχείο μιας θέσης την οποία ο συγγραφέας έχει ήδη διατυπώσει αποτελεσματικότερα μέσα από το ίδιο το πραγματολογικό υλικό του. Το αποτέλεσμα είναι ένας ρυθμικός σπασμός, μια αλλαγή ταχύτητας που ξενίζει, μια διδακτική χροιά που θυμίζει περισσότερο φυλλάδιο της Sea Shepherd παρά μυθοπλασία. Ο Φερέ λειτουργεί καλύτερα όταν απλώνει την αφήγηση πανοραμικά, ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους, ιστορικές πληροφορίες και κοινωνικές εντάσεις, και χάνει έδαφος όταν παραχωρεί στον χαρακτήρα του τη θέση του ίδιου του δοκιμιογράφου.

Παρά την ένσταση αυτή, το Γκρινταντράπ είναι ένα από τα πιο συνεκτικά βιβλία του Φερέ τα τελευταία χρόνια. Η ερώτηση που εγείρει ωστόσο είναι αν η αναγνωρισιμότητα του φερεϊκού ύφους έχει αρχίσει να ζυγίζει περισσότερο από την επείγουσα φύση των πολιτικών του παρεμβάσεων. Το Μαπούτσε, το Πας ή το Ζουλού έδιναν την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανακάλυπτε ταυτόχρονα τον τόπο και την πολιτική του διάσταση, με την έκπληξη να γίνεται κομμάτι της αναγνωστικής εμπειρίας. Στο Γκρινταντράπ ο μηχανισμός είναι έτοιμος, δοκιμασμένος και αποτελεσματικός, και τα Φερόε έρχονται να τοποθετηθούν σε μια ήδη χαρτογραφημένη γεωγραφία ηθικής αγανάκτησης. Αυτό δεν ακυρώνει την αξία του βιβλίου, μετατοπίζει όμως το διακύβευμα. Πλέον διαβάζουμε έναν συγγραφέα που συντηρεί και επιβεβαιώνει το έργο του παρά έναν που το χτίζει, και η αναγνωστική απόλαυση συνοδεύεται από την επίγνωση ότι η φόρμα έχει φτάσει ίσως στα όριά της παραγωγικότητάς της.

Το Γκρινταντράπ διαβάζεται ως οικολογικό νουάρ, ως αστυνομικό μυθιστόρημα κλειστής κοινότητας και ως πολιτικό θρίλερ για έναν κόσμο που συνεχίζει να βαφτίζει ανάγκη την εκμετάλλευση. Η παγωμένη θάλασσα των Φερόε, γεμάτη αίμα και μυστικά, γίνεται καθρέφτης μιας εποχής που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την επιβίωση από την καταστροφή. Ο Φερέ κοιτάζει ξανά προς την άκρη του χάρτη για να μιλήσει για το κέντρο του προβλήματος και βρίσκει στα παγωμένα νερά του Βόρειου Ατλαντικού ακόμη ένα τοπίο όπου το έγκλημα είναι σύμπτωμα ενός κόσμου που σαπίζει κάτω από την επιφάνεια.

Κατηγορίες: Crime