Υπάρχει ένα σημείο στην αμερικανική μεταπολεμική, ψυχροπολεμική ιστορία όπου η πραγματικότητα αρχίζει να μοιάζει με αρχείο προς αποκρυπτογράφηση, με μια ατελείωτη σειρά από φιλμ, φωτογραφίες, αναφορές, διαρροές, μαρτυρίες, παρακρατικά ίχνη, μισές αλήθειες και πλήρεις ψευδαισθήσεις που κυκλοφορούν μέσα στο κοινωνικό σώμα σαν τοξίνες. Από τη δολοφονία του Κένεντι και το Βιετνάμ μέχρι το Γουότεργκεϊτ και την εμπορευματοποίηση της αντικουλτούρας, η Αμερική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα μοιάζει να κατασκευάζει ένα νέο είδος πολίτη, τον άνθρωπο που γνωρίζει πως παρακολουθείται, πως εξαπατάται, πως τα γεγονότα έχουν πάντα ένα δεύτερο επίπεδο, πως πίσω από την επίσημη εκδοχή υπάρχει ένας υπόγειος μηχανισμός που συνδέει πολιτικούς, εταιρείες, υπηρεσίες, πορνογράφους, συλλέκτες, πράκτορες, δημοσιογράφους και δολοφόνους. Πραγματικότητα που αντηχεί ο μεταμοντερνισμός, όχι ως αφηρημένη αισθητική μόδα ή φιλολογικό σύνθημα αλλά ως την πολιτισμική συνθήκη μιας εποχής που βλέπει τα μεγάλα αφηγήματα της προόδου, της αλήθειας, της Ιστορίας και της κρατικής αξιοπιστίας να ραγίζουν κάτω από το βάρος των ίδιων τους των εικόνων, αφήνοντας πίσω τους έναν κόσμο θραυσμάτων, αναπαραστάσεων, σημείων και ύποπτων διασυνδέσεων. Αυτή την Αμερική, την Αμερική της εικόνας, της υποψίας, της τεχνολογικής επιτήρησης και της συνωμοσιολογικής λαγνείας, χαρτογραφεί ο Ντον ΝτεΛίλο στο Κυνηγόσκυλο, ένα από τα ελάσσονα έργα του, υπο την έννοια ότι δεν διαθέτει το βάθος, την αρχιτεκτονική φιλοδοξία και την υπαρξιακή ακτινοβολία βιβλίων όπως ο Ζυγός ή ο Υπόγειος κόσμος, που παραμένει όμως ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, γεμάτο από τα πρώιμα σήματα ενός συγγραφέα που ήδη καταλάβαινε ότι η σύγχρονη πραγματικότητα θα ζει όλο και περισσότερο μέσα στις εικόνες της.
Η υπόθεση του βιβλίου ξεκινά από μια φήμη, ότι κάπου, σύμφωνα με ψιθύρους που κυκλοφορούν στον κόσμο των συλλεκτών, των εμπόρων και των ανθρώπων που κινούνται στις παρυφές της πορνογραφίας και της παρακρατικής πληροφορίας, υπάρχει ένα φιλμ γυρισμένο στο Βερολίνο, τον Απρίλιο του 1945, ένα μοναδικό αρνητικό που υποτίθεται πως δείχνει τον Χίτλερ στις τελευταίες στιγμές του πολέμου, μπλεγμένο σε ένα πορνογραφικό υλικό τόσο ακραίο και τόσο φορτισμένο από ιστορικό τρόμο, ώστε αρκεί η πιθανότητα της ύπαρξής του για να κινητοποιήσει έναν ολόκληρο μικρόκοσμο. Η Μολ Ρόμπινς, δημοσιογράφος του περιοδικού Κυνηγόσκυλο (Running Dog), μπαίνει σε αυτή την ιστορία αρχικά μέσα από την έρευνά της για τις δραστηριότητες του γερουσιαστή Λόιντ Πέρσιβαλ, ενός ανθρώπου της πολιτικής εξουσίας με σκοτεινές συλλεκτικές εμμονές, και σύντομα βρίσκεται μπλεγμένη σε μια διαδρομή όπου η δημοσιογραφία συναντά την αγορά της ερωτικής εικόνας, τους μεσάζοντες, τους πρώην και νυν πράκτορες, τους ανθρώπους των μυστικών υπηρεσιών και τους επιχειρηματίες που καταλαβαίνουν ότι κάθε εικόνα, όσο νοσηρή κι αν είναι, μπορεί να αποκτήσει τιμή. Εκτός από την Μολ, σε πρώτο πλάνο βρίκουμε τον Λάιτμπορν, έμπορο και γνώστη αυτού του κόσμου, που είναι από τους πρώτους που δίνουν μορφή στη φήμη, τον Γκλεν Σέλβι που κινείται ως επικίνδυνος ενδιάμεσος ανάμεσα σε όσους θέλουν να αποκτήσουν το φιλμ και σε όσους θέλουν να ελέγξουν την κυκλοφορία του, ενώ γύρω τους εμφανίζονται φιγούρες όπως ο Ρίτσι Άρμπριστερ, ένας νεαρός μεγιστάνας της πορνογραφίας, ο Μάτζερ και ο Λόμαξ, άνθρωποι που φέρνουν μαζί τους την εμπειρία του πολέμου, της καταστολής και των μυστικών υπηρεσιών. Πίσω από όλους αυτούς διακρίνεται η Radial Matrix, ένας μηχανισμός όπου οι business, το ξέπλυμα χρήματος, η πολιτική βία και οι παρακρατικές επιχειρήσεις συνδέονται με τρόπο σχεδόν φυσικό, σαν να αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας βαθύτερης οικονομίας εξουσίας.
Από την αρχή, το φιλμ λειτουργεί λιγότερο ως απλό αντικείμενο αναζήτησης και περισσότερο ως μαύρη τρύπα νοήματος, ως εικόνα που κανείς σχεδόν δεν έχει δει, αλλά όλοι έχουν ήδη επενδύσει πάνω της χρήμα, φόβο, επιθυμία και φαντασίωση. Ο Λάιτμπορν το διατυπώνει σχεδόν ως κανόνα του κόσμου του βιβλίου, κυριαρχεῖ ἡ φημολογία, και αυτή η μικρή φράση θα μπορούσε να σταθεί ως επιγραφή σε μεγάλο μέρος του έργου του ΝτεΛίλο, γιατί εκεί όπου η πληροφορία αποσπάται από το γεγονός και αρχίζει να κυκλοφορεί αυτόνομα, η φήμη γίνεται μορφή εξουσίας.
Η μετατροπή της φήμης σε δύναμη καθορίζει και τη φόρμα του Κυνηγόσκυλου, που μοιάζει να αλλάζει συνεχώς πρόσωπο ακολουθώντας τις διαδρομές του ίδιου του ανύπαρκτου ή απρόσιτου φιλμ. Στο Κυνηγόσκυλο, ο ΝτεΛίλο στήνει ένα πολιτικό θρίλερ που κινείται ανάμεσα στο νουάρ, τη σάτιρα, την κατασκοπευτική αφήγηση και το μεταμοντέρνο παιχνίδι με τα είδη, αφήνοντας την ιστορία να αλλάζει συνεχώς πρόσωπο, μέχρι τη στιγμή που ένας χαρακτήρας παρατηρεί σχεδόν απορημένος ότι αὐτὴ ἡ ἱστορία ἔχει ἀρχίσει καὶ μοιάζει μὲ γουέστερν. Η φράση είναι αστεία και ταυτόχρονα αποκαλυπτική, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο το μυθιστόρημα γνωρίζει ότι κατοικεί μέσα σε προϋπάρχουσες φόρμες, τις οποίες χρησιμοποιεί χωρίς να υποτάσσεται πλήρως σε καμία. Είναι θρίλερ επειδή υπάρχει καταδίωξη, βία, κίνδυνος, σκοτεινή αγορά και μυστικό αντικείμενο. Είναι νουάρ επειδή οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε έναν ηθικά διαβρωμένο κόσμο όπου όλοι γνωρίζουν περισσότερα από όσα λένε. Είναι πολιτικό μυθιστόρημα επειδή η βία δεν εμφανίζεται ως ιδιωτική παρέκκλιση, αλλά ως φυσική προέκταση της επιχειρηματικής και κρατικής λογικής. Είναι μεταμοντέρνο επειδή η αφήγηση μοιάζει να παρακολουθεί τον εαυτό της να μεταμορφώνεται, γνωρίζοντας ότι κάθε ιστορία, αργά ή γρήγορα, καταλήγει να μοιάζει με κάποιο άλλο είδος ιστορίας.
Το πιο ντελιλικό στοιχείο του βιβλίου βρίσκεται στην εμμονή του με τις μυστικές συνδέσεις. Το περιοδικό όπου εργάζεται η Μολ δεν αναζητά ειδήσεις, αναζητά πλέγματα, σχέσεις, επαφές, υπόγειες γραμμές ανάμεσα σε φαινομενικά άσχετους κόσμους. Ψάχνουμε γιὰ σχέσεις, ἐπαφές, μυστικές διασυνδέσεις, λέει κάποια στιγμή ένας χαρακτήρας, και μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται ολόκληρη η λογική της συνωμοσιολογικής σκέψης, η επιθυμία να μην υπάρχει ποτέ τυχαιότητα, να μην υπάρχει ποτέ απλό γεγονός, να υπάρχει πάντα ένα δίκτυο που συνδέει την πορνογραφία με τη γεωπολιτική, τον συλλέκτη με τον πράκτορα, τον γερουσιαστή με τον υπόκοσμο, το φιλμ με την ιστορία, την εικόνα με το αίμα. Ο ΝτεΛίλο δεν αντιμετωπίζει τη συνωμοσία ως απλό περιεχόμενο, αλλά ως μια μορφή σκέψης, ως τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος της ύστερης νεωτερικότητας προσπαθεί να επιβιώσει μέσα στον καταιγισμό πληροφοριών, δίνοντας νόημα σε έναν κόσμο που μοιάζει υπερβολικά πολύπλοκος για να γίνει ανεκτός χωρίς κρυφούς μηχανισμούς.
Γι’ αυτό και οι πιο δυνατές σελίδες του Κυνηγόσκυλου είναι εκείνες όπου η παρανοϊκή αίσθηση του κόσμου ενώνεται με την τεχνολογική επιτήρηση. Ο ΝτεΛίλο γράφει το 1978, όμως η διαίσθησή του μοιάζει να προλαβαίνει ένα μεγάλο μέρος της σημερινής εμπειρίας, της ζωής κάτω από κάμερες, βάσεις δεδομένων, αλγοριθμικές ταξινομήσεις, πιστοληπτικές αξιολογήσεις, ψηφιακά αρχεία, κρατικές και εταιρικές μορφές επιτήρησης. Καθὼς ἡ τεχνολογία ἐξελίσσεται, οἱ ἄνθρωποι ἀρχίζουν καὶ νιώθουν σὰν ἐγκληματίες, διαβάζουμε σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά αποσπάσματα του βιβλίου, και λίγες γραμμές αργότερα η σκέψη βαθαίνει ακόμη περισσότερο, αφού η ίδια η ύπαρξη των μηχανισμών καταγραφής αρκεί για να παραγάγει ενοχή. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να έχει διαπράξει κάτι, αρκεί να γνωρίζει ότι κάπου υπάρχει ένα αρχείο γι’ αυτόν, μια εικόνα, ένα έγγραφο, μια καταχώριση, μια μηχανή που μπορεί να τον ορίσει πριν προλάβει ο ίδιος να μιλήσει. Ἡ κάμερα βρίσκεται παντοῦ, λέει ο Λάιτμπορν, και ο αναγνώστης του 2026 δεν χρειάζεται να κάνει μεγάλη ερμηνευτική προσπάθεια για να μεταφέρει αυτή τη φράση από τις τράπεζες, τα πολυκαταστήματα και τους κατασκοπευτικούς δορυφόρους του βιβλίου στις κάμερες των κινητών, στις πλατφόρμες, στα κοινωνικά δίκτυα, στα συστήματα αναγνώρισης προσώπου, στη μανία της αυτοκαταγραφής, σε μια εποχή όπου η επιτήρηση δεν έρχεται μόνο από το κράτος ή την αγορά, αλλά εσωτερικεύεται ως καθημερινή συνήθεια, ως ανάγκη να υπάρχουμε μέσα από την εικόνα μας. O ΝτεΛίλο καταλαβαίνει την ψυχολογική συνέπεια της τεχνολογίας, το πώς η καταγραφή μεταβάλλει τη σχέση μας με την ενοχή, την ιδιωτικότητα, το σώμα και την πραγματικότητα. Προβλέπει την κοινωνία της επιτήρησης, την κοινωνία της κόπωσης.
Ταυτόχρονα, το Κυνηγόσκυλο είναι ένα μυθιστόρημα για την εμπορευματοποίηση της ιστορίας, για τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν, ακόμη και όταν κουβαλά το ιστορικό τραύμα, μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο κατοχής, σε συλλεκτικό φετίχ, σε σπάνια εικόνα που αποκτά αξία επειδή μπορεί να πουληθεί. Το υποτιθέμενο φιλμ του Χίτλερ συμπυκνώνει ακριβώς αυτή τη διαστροφή, αφού η σημασία του δεν βρίσκεται τόσο στην υπόσχεση κάποιας νέας ιστορικής γνώσης, όσο στην ικανότητά του να μετατρέπει το απόλυτο κακό σε εμπόρευμα για λίγους, σε υλικό που μπορεί να περάσει από χέρια σε χέρια, να κλειδωθεί σε ιδιωτικές συλλογές, να γίνει σημάδι κύρους, διαστροφής ή δύναμης. Έτσι, η φράση Ἡ ἱστορία ἀποτελεῖ τεράστια πηγὴ παρηγορίας ακούγεται αρχικά σχεδόν μελαγχολική, όμως μέσα στον κόσμο του βιβλίου αποκτά σκοτεινή ειρωνεία, γιατί οι χαρακτήρες δεν στρέφονται στο παρελθόν για να το κατανοήσουν ή να συμφιλιωθούν μαζί του, αλλά για να το κατέχουν, να το εμπορευτούν, να το εντάξουν σε μια οικονομία σπανιότητας και επιθυμίας. Από εκεί ακριβώς ξεκινά και η σκληρή πολιτική διάσταση του βιβλίου, η αίσθηση ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα, οι μυστικές υπηρεσίες και το οργανωμένο έγκλημα αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας βαθύτερης λογικής, μιας λογικής όπου η εικόνα γίνεται εμπόρευμα, το εμπόρευμα γίνεται εργαλείο εξουσίας και η εξουσία καταλήγει σχεδόν αναπόφευκτα στη βία. Το λογικό επακόλουθο κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι ο φόνος, λέει μια από τις πιο ωμές φράσεις του βιβλίου, και λίγο παρακάτω ο ΝτεΛίλο περιγράφει μηχανισμούς χρηματοδότησης μυστικών επιχειρήσεων, ξεπλύματος χρημάτων, τρομοκρατικών ενεργειών και διείσδυσης σε ξένα δίκτυα, αφήνοντας το ειρωνικό καὶ τὰ λοιπά, καὶ τὰ λοιπά, καὶ τὰ λοιπά να λειτουργήσει ως τρομακτική συντομογραφία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Το αστείο, αν υπάρχει αστείο εδώ, βρίσκεται στο ότι η φρίκη έχει γίνει τόσο γραφειοκρατική, τόσο τυποποιημένη, τόσο επαναλαμβανόμενη, ώστε μπορεί να χωρέσει σε μια φράση βαριεστημένης απαρίθμησης, σαν η βία της Ιστορίας να έχει πια περάσει οριστικά στη γλώσσα των υπηρεσιακών σημειωμάτων, των λογιστικών κινήσεων και των ιδιωτικών συναλλαγών.
Το Κυνηγόσκυλο έχει και τις αδυναμίες του. Η πλοκή του μερικές φορές μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό ιδεών παρά με οργανικά αναπτυγμένη ιστορία, οι χαρακτήρες κινούνται συχνά σαν φορείς στάσεων, εμμονών και λόγων, ενώ η βία του, αν και αποτελεσματική, δεν έχει πάντα το βάρος που θα αποκτήσει αργότερα στα έργα τις ωριμότητας του ΝτεΛίλο. Υπάρχει μια ορισμένη ψυχρότητα, μια απόσταση που κάνει το βιβλίο γοητευτικό αλλά και κάπως στεγνό, σαν να ενδιαφέρεται περισσότερο για την κυκλοφορία των εικόνων, των σημάτων και των συνωμοτικών μοτίβων παρά για την εσωτερική ζωή των ανθρώπων που τα υπηρετούν. Αυτή όμως η ψυχρότητα είναι και μέρος της δύναμής του, γιατί ταιριάζει απόλυτα σε έναν κόσμο όπου όλοι παρακολουθούνται, όλοι καταγράφονται, όλοι κυνηγούν κάτι που ίσως δεν υπάρχει, όλοι μοιάζουν να έχουν ήδη αποδεχτεί ότι η πραγματικότητα είναι ένα εμπόρευμα με άγνωστη τιμή.
Στο τέλος, το Κυνηγόσκυλο διαβάζεται ως πρώιμη χαρτογράφηση της μεγάλης ντελιλικής επικράτειας. Εδώ βρίσκονται ήδη τα μίντια, η συνωμοσία, η παράνοια, η τεχνολογία, το αρχείο, η εικόνα, η αμερικανική πολιτική βία, η εμπορευματοποίηση του τραύματος, η αίσθηση ότι η επιλογή, η πληροφορία και η ελευθερία μπορεί να μετατραπούν σε νέες μορφές εγκλωβισμού. Ἡ ἐπιλογὴ εἶναι μιὰ ὕπουλη μορφὴ ἀσθένειας, γράφει ο ΝτεΛίλο, και μέσα σε αυτή τη φράση ακούγεται κάτι από την κούραση μιας εποχής που προσφέρει αμέτρητες εκδοχές της πραγματικότητας, χωρίς καμία δυνατότητα αληθινής απελευθέρωσης. Ένα ελάσσον βιβλίο, λοιπόν, αλλά ελάσσον μόνο αν το μετρήσει κανείς απέναντι στα μεγάλα έργα του ίδιου συγγραφέα. Αν το διαβάσει μέσα στη δική του τροχιά, ως σκοτεινό, ειρωνικό, πολιτικό και μεταμοντέρνο θρίλερ για την εικόνα που γίνεται εμπόρευμα και για τη συνωμοσία που γίνεται καθημερινός τρόπος σκέψης, το Κυνηγόσκυλο παραμένει ένα από εκείνα τα βιβλία που δείχνουν πως ο ΝτεΛίλο είχε από νωρίς καταλάβει κάτι κρίσιμο για τον σύγχρονο κόσμο, ότι η πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται, απλώς περνά μέσα από τόσες κάμερες, τόσα αρχεία και τόσες αγορές, ώστε επιστρέφει σε εμάς αγνώριστη, ύποπτη και ανεξάντλητα γοητευτική.



