Κάποτε οι υπόγειες δεξαμενές της Γης άδειασαν και η στάθμη των υδάτων σταθεροποιήθηκε. Σχηματίστηκε έτσι μια τεράστια λίμνη μεταξύ των τριών ηπείρων, από το Γιβραλτάρ μέχρι την Ερυθρά και τη Μαύρη Θάλασσα, στον βυθό της οποίας κοιμούνταν νικημένα τα μνημεία ρομαντικών πολιτισμών, που Ανατολή και Δύση συντηρούσαν μέχρι τότε ζηλόφθονα.Η συνειδητοποίηση της ευκολίας με την οποία ανατρέπονται τα δεδομένα κλόνισε την ισορροπία του πλανήτη περισσότερο κι από την ίδια τη γεωλογική καταστροφή και τις ανθρώπινες απώλειες. Το νερό δεν πήρε μόνο ψυχές και κτήρια, αλλά και την πεποίθηση ότι το σύμπαν λειτουργεί με κανόνες που κατανοούμε, ότι η ύπαρξή μας δεν αποτελεί σύντομο και γελοίο διάλειμμα μέσα στην απεραντοσύνη της ανυπαρξίας. Η ματωμένη λάσπη που ανακύκλωσαν και ξέβρασαν τα κύματα στις καινούργιες ακτές λέρωσε την ψυχή και τη σκέψη κι έκλεψε την αθωότητα. Βάρυνε το χέρι των λογοτεχνών, το πινέλο των ζωγράφων, αγκύλωνε το χάδι του μαρμάρου, ζεματούσαν τα πλήκτρα του πιάνου. Το σοκ της Υπερχείλισης ήταν αναμενόμενο να επηρεάσει την τέχνη, την επιστήμη και την οικονομία, μα κανείς δεν περίμενε να επιδράσει έτσι στην καθημερινότητα, να αλλοιώσει το περπάτημα, τον ήχο της φωνής, τον ύπνο, τον έρωτα. Σαν να ανατράπηκε η παγκόσμια οπτική, κυριολεκτικά σχεδόν, καθώς οι επιβάτες των πλοίων, της διευρυμένης πλέον Μεσογείου, αν σκύψουν από την κουπαστή θα διακρίνουν στον βυθό τους τέσσερις μιναρέδες της Αγίας Σοφίας. Η Ατλαντίδα βρισκόταν τελικά στο μέλλον και όχι στο παρελθόν της ανθρώπινης ιστορίας.
Στο Λεβάντ, στον γεωγραφικό τόπο όπου χιλιετίες πριν σύμφωνα με τους βιβλικούς μύθους βρίσκονταν (και κατεστράφησαν) οι πόλεις Σόδομα και Γόμορρα, τα έγκατα της γης ξυπνούν και από την οπή της Νεκράς Θάλασσας αρχίζει να αναβλύζει ατέλειωτο νερό που σύντομα πνίγει πλείστες από τις χώρες της Μεσογείου, αλλάζοντας ριζικά τη γεωγραφία τριών ηπείρων. Μετά την καταστροφή, όταν τα δάκρυα για τα θύματα και τα βυθισμένα κράτη στεγνώνουν, ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αρχίζει να αναβλύζει στο σημείο μηδέν, στην τοποθεσία που η Νεκρά Θάλασσα άρχισε να πλημμυρίζει.
Παραισθησιογόνο, πανάκριβο, πολύτιμο και θελκτικό, το αλάτι φέρνει δύναμη, εξουσία και πλούτο σε αυτόν που το ελέγχει. Μετά το βιολετί αλάτι, έρχεται η Αποικία και πίσω από την Αποικία, η μυστηριώδης Κοινοπραξία που κανείς δεν γνωρίζει αν είναι μετακαπιταλιστικό μονοπώλιο, πολιτική δύναμη, ή κάτι παραπάνω.
Η Αποικία, τα σύγχρονα Γόμορρα, υφίσταται ως τόπος όπου η φυσική νομοτέλεια υποχωρεί ενώπιον της μεταφυσικής παρουσίας του αλατιού. Τα αεροπλάνα αδυνατούν να πετάξουν, οι δορυφόροι να διεισδύσουν στην γεμάτη υγρασία ατμόσφαιρα της, τα ζώα και τα φυτά απουσιάζουν σαν να επήλθε σιωπηλή αποκάλυψη που εξάλειψε κάθε μορφή ζωής εκτός της ανθρώπινης, ενώ θάλασσα μεταμορφώθηκε σε ζελατινώδη μάζα που χαρακτηρίζεται από μια παρα πολύ υψηλή περιεκτικότητα αλατιού που επιτρέπει μόνο σε ειδικά σκάφη να την προσπελάσουν, αντανακλώντας την απομόνωση ενός κόσμου που αναφέρεται αποκλειστικά στην εσωτερική του λογική, στην αυτάρκεια της παραλογίας του. Εδώ, σε ένα κόσμο αυτοαναφορικό, αυστηρά αποστειρωμένο από κάθε είδους σύγχρονη τεχνολογία υπό τον φόβο της διατάραξης του κύκλου ζωής του ευαίσθητου μπαχαρικού, συγκεντρώνονται οι περιθωριακοί του παλιού κόσμου: φυγάδες από φυλακές, καταχραστές, δολοφόνοι, όσοι δεν διατηρούν πλέον τόπο επιστροφής, όσοι εξορίστηκαν ή αυτοεξορίστηκαν από τις πατρίδες τους.
Η Κοινοπραξία των Εβδομηνταπέντε, μια οντότητα που εμφανίζεται στη καπιταλιστική δυστοπική πραγματικότητα της μετά την υπερχείλιση εποχή, διασφαλίζει απόλυτο έλεγχο επί της παραγωγής και της διανομής του αλατιού, οργανώνοντας πυραμιδική ιεραρχία όπου κάθε θέση καθορίζεται από την εγγύτητα στην ουσία, από τον βαθμό πρόσβασης στο προϊόν. Το πολιτικό σύστημα υφίσταται ως σκιά του οικονομικού μονοπωλίου, με τη διακυβέρνηση να καθρεφτίζει τη λειτουργία της εξάρτησης, τη νομιμότητα να απορρέει από την πρόσβαση στο εθιστικό προϊόν και όχι από συμβόλαιο ή συναίνεση. Οι αλατορύχοι, οι ποδηλάτες που μεταφέρουν το φορτίο, οι φρουροί που επιτηρούν την παραγωγή, όλοι συναρμολογούνται σε αλυσίδα όπου η υποταγή δεν επιβάλλεται με τη βία αλλά καλλιεργείται μέσω της ανάγκης και της επιθυμίας, μέσω της διαμόρφωσης ενός υποκειμένου που επιθυμεί τη σκλαβιά του. Τα Σόδομα δεν πυρπολούνται πλέον από θεία οργή αλλά βυθίζονται αργά στην ηδονή της τυφλής σύμπλεξης με την εξουσία, σε μια καταστροφή που δεν επέρχεται ποτέ ως γεγονός επειδή συντελείται διαρκώς ως κατάσταση, ως τρόπος ύπαρξης.
Στο Παρίσι, που πλέον μετά την Υπερχείλιση είναι ένα λιμάνι της Μεσογείου, η Κοινοπραξία αναζητά, ή ίσως πιο ορθά, απαιτεί, την βοήθεια του Φιλέα Μπουκ, δημοσιογράφου των Times του Λονδίνου και δημιουργός ενός πρωτότυπου “Επιστολόλεξου” που έχει μετατραπεί σε διανοητική μανία για το αναγνωστικό του κοινό. Ο Μπουκ καλείτε να ερευνήσει μια σειρά επιστολών από την Αποικία, τις μαρτυρίες, ομολογίες και τα θραύσματα των ημερολογίων μιας σειράς προσώπων που μπλέκονται στο μεγαλύτερο σκάνδαλο που έχει συμβεί ποτέ στην Αποικία και στον θάνατο του κυβερνήτη της, και μέσα από αυτές γνωρίζει τον Τούρκο υπεύθυνο ασφαλείας, έναν Μαυροβούνιο πρώην λαθρέμπορος νυν ιερέα, τον Ιταλό γιατρό της αποικίας, έναν Ισπανό αμοραλιστή δικαστή, έναν παραγκωνισμένο Γάλλο γραμματέα και την Βρετανίδα σύζυγό του νεκρού κυβερνήτη. Κάθε επιστολή αποκαλύπτει τμήμα του παζλ, αλλά κανείς αφηγητής δεν παραμένει αξιόπιστος με τις μαρτυρίες τους να αντιφάσκουν, τα γεγονότα να διαψεύδονται, οι χρονολογίες κλονίζονται και διαρρηγνύονται, το μεταφυσικό γίνεται πραγματικότητα. Η μνήμη των αφηγητών φαίνεται παραμορφωμένη, οι προοπτικές τους επηρεασμένες από συμφέροντα που μόνο σταδιακά διαφαίνονται, από ενοχές που μόνο αργά εξομολογούνται, ένω στις διηγήσεις εμφανίζεται σαν κοινός τόπος η μυστήρια φιγούρα ενός εξωπραγματικά όμορφου νεαρού άντρα που παρεμβαίνει στη ζωή της αποικίας σαν από μηχανής θεός. Ο Μπουκ υποχρεώνεται να συναρμολογήσει αλήθεια από αυτά τα θραύσματα, να κατασκευάσει νόημα από την αντίφαση, να λύσει το πιο κρίσιμο σταυρόλεξο που επινοήθηκε ποτέ. Σταδιακά συνειδητοποιεί ότι το ίδιο το Επιστολόλεξό του δεν αποτέλεσε ποτέ αθώο παιχνίδι αλλά κρυπτογραφημένο μήνυμα, ότι κάθε λύση που δημοσίευσε υπήρξε αποκρυπτογράφηση μιας αλήθειας που προτιμούσε να αγνοεί, να αποσιωπά.
Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; Ο τίτλος του βιβλίου της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, παραπέμπει στην βιβλική ιστορία της γυναίκας του Λωτ, που ενώ διέφευγε μαζί με τον σύζυγό της από τα καταστρεφόμενα Σόδομα, αψήφησε τη θεϊκή εντολή και γύρισε να κοιτάξει πίσω της, μεταμορφούμενη αμέσως σε στήλη άλατος. Κατά τις βιβλικές χιλιετίες, η ανώνυμη γυναίκα υφίσταται την θεϊκή τιμωρία όχι για κάποια πράξη αλλά για ένα βλέμμα, για την άρνηση να αποστρέψει τα μάτια της από την καταστροφή, για την επιμονή της να γίνει μάρτυρας εκεί όπου της ζητήθηκε να παραμείνει τυφλή. Στο λογοτεχνικό, δυστοπικό μέλλον που δημιουργεί η πένα της Μπουραζοπούλου, η τιμωρία μοιάζει ακόμη θεϊκή και απρόσωπη, κρυμμένη πίσω από την καπιταλιστική ψευδοθεότητα που ενσαρκώνει η Κοινοπραξία, ενώ ο αποδέκτες της παραμένουν οι κάθε λογής απρόσωποι άκληροι που τολμούν να αψηφούν την εξουσία αυτής. Στον μετά την Υπερχείλιση κόσμο, η τιμωρία είναι ένα ακόμη προϊόν.
Το μυθιστόρημα της Μπουραζοπούλου, όχι το πρώτο της αλλά σίγουρα αυτό που της χάρισε την αναγνωρισιμότητα που της αναλογεί τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, ανοίκει σε μια γενεαλογία τολμηρών κειμένων που ξεχωρίζουν για την αισθητική τους τόλμη και τις αφηγηματικές επιλογές τους. Γραμμένο σε μια εποχή που η ελληνική λογοτεχνία στην πλειοψηφία της αρνούνταν να πάρει ρίσκα, το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ αποτελεί ένα αμάλγαμα λογοτεχνίας του φανταστικού, πολιτικής δυστοπίας και μαγικού ρεαλισμού που προσπαθεί και πετυχαίνει να εξερευνήσει τον καταναγκασμό αλλά ως εσωτερική διάπλαση, ως παραγωγή υποκειμένων που επιθυμούν αυτό που τους καταπιέζει. Η Αποικία δεν χρειάζεται τείχη για να κρατήσει τους κατοίκους της αιχμάλωτους διότι η αιχμαλωσία έχει ήδη εγγραφεί στα σώματά τους ως εξάρτηση, ως επιθυμία, ως ανάγκη. Οι φυγάδες που καταφθάνουν αναζητώντας ελευθερία ανακαλύπτουν ότι η ελευθερία τους συνίσταται στην επιλογή της σκλαβιάς που θα υπηρετήσουν, στην εξάρτηση που θα επιλέξουν για να αποχαυνωθουν, στο εσωτερικό αφήγημα που θα τους πείσει. Κατά κάποιο τρόπο με τον ίδιο τρόπο που σήμερα, ακόμη πιο έντονα από το 2006 που γραφτηκε το βιβλίο, τα υποκείμενα δένονται οικειοθελώς με τα δεσμά ενός καπιταλιστικού ρεαλισμού που μοιάζει αναπόφευκτος.
Η επιστολική μορφή και η πολυφωνία του έργου που προσδίδει μια αμφισημία και αβεβαιότητα στα πεπραγμένα, προσθέτει στο μυστήριο που κινεί την πλοκή και, σε συνδυασμό με την πυκνή και αριστοτεχνική γραφή της Μπουραζοπούλου, κρατά τον αναγνώστη μέχρι το τέλος. Αναδρομικά, στο έργο, μπορεί κανείς να διακρίνει στοιχεία της μεταγενέστερης τριλογίας της συγγραφέως, της τριλογίας του δράκου της Πρέσπας η οποία εξερευνά παρόμοια θέματα. Και σε αυτό το έργο της Μπουραζοπούλου, όπως και εδώ, στο Τι είδε η γυναίκα του Λωτ, δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει, λύτρωση και τελική νίκη μιας «καλής» ομάδας ηρώων. Υπάρχουν μόνο, όπως ίσως και στη δική μας πραγματικότητα, οι μικρές νίκες που αποσπώνται από τα δόντια της καθημερινής ήττας, οι ρωγμές στο μονόλιθο της εξουσίας που δεν αρκούν για να τον καταρρίψουν αλλά επιτρέπουν, έστω για μια στιγμή, να διεισδύσει φως.



