Μπάρτλμπυ, ο γραφέας

6 λεπτά Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026 Από Χέρμαν Μέλβιλ
Αριστούργημα
Μπάρτλμπυ, ο γραφέας
Θα προτιμούσα, όχι.

Το 1853, στα Αμερικανικά γράμματα, εμφανίστηκε ένας χαρακτήρας που θα σαν άλλο ένα φάντασμα θα στοιχείωνε τον καπιταλισμό και την λογοτεχνία για τα επόμενα εκατόν εβδομήντα χρόνια. Ο Μπάρτλμπυ του μεγάλου Χέρμαν Μέλβιλ, ένας γραφιάς σε δικηγορικό γραφείο της Γουόλ Στριτ, ξεκινά ως υποδειγματικός υπάλληλος αντιγράφοντας νομικά έγγραφα με ακρίβεια και ταχύτητα. Σύντομα όμως, όταν του ζητείται να διορθώσει κάποιο κείμενο συγκρίνοντάς το με το πρωτότυπο, απαντά με μια φράση που δεν έχει σταματήσει να παράγει αναλύσεις και ερμηνείες εώς σήμερα: “Θα προτιμούσα όχι”. Όχι δεν θέλω, αρνούμαι, είναι αδύνατο. Θα προτιμούσα όχι. Η φόρμουλα επαναλαμβάνεται, επεκτείνεται, αφομοιώνει όλο και περισσότερες λειτουργίες και μετά το πρώτο, φαινομενικά αναίτιο και τελείως παράλογο όχι απέναντι στις εντολές του αφεντικού του,  σύντομα ο Μπάρτλμπυ δεν αντιγράφει πια, δεν φεύγει από το γραφείο το βράδυ, δεν φεύγει όταν του τον απολύουν, δεν τρώει, δεν μιλά. Απλώς υπάρχει, ακίνητος μπροστά στον τοίχο του γραφείου, μέχρι που τον απομακρύνει με τη βία η αστυνομία και πεθαίνει στις φυλακές, αγκαλιά με έναν τοίχο, αρνούμενος να φάει.

Article image

Ο Μπάρτλμπυ θα γίνει με τον καιρό ένας από τους πιο σχολιασμένους χαρακτήρες της αμερικανικής λογοτεχνίας, θα προκαλέσει φιλοσοφικούς αναστοχασμούς από τον Ντελέζ ως τον Αγκαμπέν, θα μετατραπεί σε σύμβολο της αντίστασης και της απόσυρσης, θα εμπνεύσει κινήματα και θα πλημμυρίσει τις αφίσες του Occupy Wall Street. Τίποτα από αυτά όμως δεν συνέβαινε το 1853, όπου ο Μέλβιλ έγραψε και δημοσίευσε ανώνυμα τη νουβέλα σε μια στιγμή βαθιάς προσωπικής κατάρρευσης, με το Μόμπυ Ντικ να είχε αποτύχει οικτρά στις πωλήσεις, με την κρατούσα κριτική να μισεί και με την οικονομική κατάσταση του να είναι απελπιστική. Η βιογραφική αντιστοιχία είναι δελεαστική: ενας συγγραφέας που αρνήθηκε να αντιγράφει τις λαϊκές φόρμες της εποχής του, που επέμεινε σε ένα έργο που η αγορά δεν μπορούσε να χωνέψει, που βρέθηκε οικονομικά και επαγγελματικά εξοστρακισμένος, γράφει για έναν γραφιά που αρνείται να αντιγράφει. Τα αδιάθετα βιβλία του ήταν τα δικά του νεκρά γράμματα, μηνύματα που δεν έφτασαν ποτέ στον παραλήπτη. Αυτή η ψυχολογική ανάγνωση όμως, αν και έχει κάτι βαθιά συγκινητικό είναι ταυτόχρονα, επικίνδυνα παραπλανητική λειτουργώντας ως προσωπική εξομολόγηση αλλά αστοχώντας πολιτικά. Σήμερα, κοντά δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του, ο Μπάρτλμπυ ξεπερνά την απλή αλληγορία ενός ιδιοφυούς συγγραφέα και γίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο, η προφητεία ενός συστήματος που τότε, τον 19ο αιώνα, μόλις που ξεκινούσε να παράγει με βιομηχανική ακρίβεια τους δικούς του απορριφθέντες.

Το γραφείο της Γουόλ Στριτ που περιγράφει ο Μέλβιλ είναι το πρώτο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, με τους γραφιάδες να λειτουργούν ως ανθρώπινες φωτοτυπικές μηχανές, αντιγράφοντας χειρόγραφα συμβόλαια, διαθήκες, συμβάσεις, μια δουλειά καθαρά αναπαραγωγική, χωρίς ίχνος δημιουργικού περιεχομένου. Δεν παράγουν κάτι νέο αλλά άγονα αντιγράφουν το υπάρχον· ο έλεγχος γίνεται μέσω αλληλοδιόρθωσης, ο ένας διαβάζει δυνατά ενώ ο άλλος ακολουθεί στο πρωτότυπο, μια διαδικασία που περιγραφέται ως “βαρετή, κουραστική και ληθαργική υπόθεση”. Ο χώρος του γραφείου είναι εξίσου αλλοτριωτικός, με τα παράθυρα να βλέπουν στο μεγάλο πουθενά γυμνών τοίχων, ενοιολογικά χωρίσματα των χώρων της εργοδοσίας και εκείνων των υπαλλήλων, πλασματικές προσομοιώσεις προσωπικών χώρων και ιδιωτικότητας όπως το παραβάν που χωρίζει το γραφείο του Μπάρτλμπυ από εκείνα των υπολοίπων, design που προοικονομεί τα cubicles των μοντέρνων corporate βιοτόπων. Η λέξη “τοίχος” είναι μια από τις πιο συχνές στο κείμενο, και πάντα συνδέεται με τον θάνατο. Οι τοίχοι που συναντά κανείς στην νουβέλα δεν είναι μόνο φυσικοί, είναι εννοιολογικοί, δείχνοντας μας τα όρια εκείνων που η φιλελεύθερη συνείδηση του εργοδότη-αφηγητή μπορεί να κατανοήσει.

Ο αφηγητής, ο δικηγόρος που είναι και το αφεντικό του γραφείου, παρουσιάζει τον εαυτό του ως “εξαιρετικά ασφαλή άνθρωπο” που πιστεύει ότι “ο ευκολότερος τρόπος ζωής είναι ο καλύτερος”, ως ένα καλοπροαίρετο και φιλάνθρωπο άτομο που υπομένη τις ιδιορρυθμίες των υπαλλήλων του με πατερναλιστική ανοχή. Όταν ο Μπάρτλμπυ αρχίζει να αρνείται, ο εργοδότης δοκιμάζει όλες τις στρατηγικές που έχει στη διάθεσή του: συλλογίζεται και συμβουλεύει, προσφέρει χρήματα, επικαλείται τη θρησκεία, τον φόβο, τη λογική. Όταν όλα αποτυγχάνουν μπροστά στην παράλογη αδιαλλαξία του υπαλλήλου του, τελικά απλώς φεύγει, αλλάζει γραφείο για να μην αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Αυτή η αλληλουχία αντικατοπτρίζει ακριβώς τη σύγχρονη κουλτούρα του managment. Δεν βλέπουμε εδώ έναν τύραννο που επιβάλλει με βία αλλά έναν λογικό, εμπαθητικό ανώτερο που εξαντλεί όλες τις μεθόδους “φροντίδας” προτού καταφύγει στη βία του κράτους. Η συμπόνια του δεν είναι ψεύτικη, είναι απλώς ανίκανη να δει πέρα από τα στενά όρια του συστήματος που την παράγει και αντίστοιχα, το βασικό του ερώτημα δεν είναι ποτέ “γιατί ο Μπάρτλμπυ αρνείται” αλλά “πώς θα τον κάνω να συμμορφωθεί”. Η φιλανθρωπία του είναι η νιτσεική εξαγορά ηθικής ικανοποίησης. Αυτός ο εργοδότης είναι ο πρόγονος κάθε εταιρικού προγράμματος ευεξίας, κάθε HR διευθυντή που μιλά για ψυχική υγεία ενώ επιβάλλει απλήρωτες υπερωρίες και καθεστώτα 9-9-6, κάθε πλατφόρμας που προσφέρει pizza party αντί αύξησης στους gig workers της.

Στοχαστές όπως ο Μπάιουνγκ Τσιουλ Χαν, θα τοποθετούσαν σήμερα τον Μπάρτλμπυ στην “παλιά” κοινωνία της πειθαρχίας και όχι στην “σύγχρονη” κοινωνία της επίδοσης που λειτουργεί μέσω του “μπορώ” και μετατρέπει τον εργαζόμενο σε επιχειρηματία του εαυτού του. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ο Μπάρτλμπυ γίνεται κρίσιμος για τη σύγχρονη εποχή, γιατί κατέχει αυτό που το υποκείμενο της επίδοσης έχει χάσει, την αρνητική δυναμικότητα, την ικανότητα να μην κάνει, σε έναν κόσμο όπου ο αυτο-εκμεταλλευόμενος εργαζόμενος δεν έχει σαν επιπλέον καταπιεστή τον ίδιο του τον εαυτό, ο οποίος τον επιβραβεύει για την εξάντλησή του και για την πειθαρχία του στον καπιταλιστικό ρεαλισμό του σήμερα. Έναν καπιταλιστικό ρεαλισμό που δεν αμφισβητείται στο έργο πότε απο τον εργοδότη-αφηγητή που να δοκιμάζει κάθε στρατηγική, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει το ίδιο το σύστημα, πρόδρομος μια λογικής όπου κάθε πρόβλημα είναι τεχνικό κι όχι πολιτικό. Ταυτόχρονα η παθητική απόσυρση του Μπάρτλμπυ αποδεικνύεται πιο επικίνδυνη από κάθε ενεργή διαμαρτυρία, γιατί αφαιρεί από το σύστημα τη διαλεκτική αντίθεση που του επιτρέπει να αυτοδικαιώνεται, αφήνοντάς το αντιμέτωπο με το κενό.

Ο Μπάρτλμπυ ο γραφέας, έχει σήμερα αποκτήσει την θέση που του πρέπει στον λογοτεχνικό κανόνα και ταυτόχρονα, κοινωνικά, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.Στο ελληνικό λογοτεχνικό χόρο, το συναντάμε σε διάφορες εκδόσεις, με νεότερη αυτή των εκδόσεων Έρμα, σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα και με ένα ενδιαφέρον επιμετρό από τον Φιλήμονα Πατσάκη.

Κατηγορίες: Literary fiction