Η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ, το βιβλίο που βραβεύτηκε με το Booker 2025, είναι ζόρικη υπόθεση όχι χάρη σε κάποια αναγνωστική δυσκολία ή σε κάποιο δυσπρόσιτο βάθος νοημάτων, αλλά αντίθετα χάρη στη δυσκολία που θα προκαλέσει στον αναγνώστη να το αξιολογήσει και να το ταξινομήσει. Μέσα στις κάτι παραπάνω από τριακόσιες σελίδες του, ο ουγγρικής καταγωγής Σόλοϊ, ο οποίος με τη Σάρκα ήταν για δεύτερη φορά υποψήφιος για το Booker μετά την συμπερίληψη του All That Man Is στη βραχεία λίστα του 2016, αφηγείται τη ζωή του Ίστβαν, ενός αποστασιοποιημένου και αλλοτριωμένου άντρα που φαινομενικά άγεται και φέρεται από ένστικτα τα οποία πηγάζουν από μια πρωτόγονη αρρενωπότητα αδύναμη να εκφραστεί με όρους άλλους από σωματικούς, και, όπως και οι περισσότεροι, από τα τραύματα και τα δράματα μιας εφηβείας που άφησε πάνω του σημάδια τα οποία αυτός ο ίδιος ούτε αναγνωρίζει ούτε μπορεί να αρθρώσει.
Η πορεία του Ίστβαν, από τις γκρίζες πολυκατοικίες της μετασοβιετικής Ουγγαρίας ως τους προθαλάμους της λονδρέζικης μπουρζουαζίας, σκιαγραφεί ένα από τα πρόσωπα της Ευρώπης μετά το 1989, το πρόσωπο του άντρα που γεννήθηκε μέσα στον κομμουνισμό και ενηλικιώθηκε μέσα στο κενό που άφησε η κατάρρευσή του, με τον στρατό, τη μετανάστευση, τη σταδιακή ανάδυση μέσα από την τύχη και τη σωματική εργασία να αποτελούν ένα ανεστραμμένο bildungsroman αφού ο Ίστβαν δεν ωριμάζει, δεν εξελίσσεται αλλά απλώς μετακινείται και αντιδρά σε πράξεις και κινήσεις τρίτων. Η πτώση όταν έρθει, δεν αποτελεί ηθικό δίδαγμα ούτε αφηγηματική τιμωρία αλλά κάτι πιο ψυχρό και πιο αληθινό, μια υπόμνηση ότι ο άνθρωπος που δεν έμαθε ποτέ να κατοικεί τον εσωτερικό του κόσμο δεν έχει θεμέλια να αντέξει τη βαρύτητα αυτών που του συμβαίνουν. Η αποστασιοποίηση ξεκινά από το εφηβικό τραύμα, από τη σχέση με την παντρεμένη γειτόνισσα που τον μυεί στη σεξουαλική εμπειρία σε ηλικία δεκαπέντε ετών, μια τραυματική στην πραγματικότητα εμπειρία που παρουσιάζεται από τον Σόλοϊ με ψυχρό τρόπο που αρνείται να της παραδώσει ετυμηγορία, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αναγνωρίσει τη σεξουαλική κακοποίηση εκεί ακριβώς όπου ο Ίστβαν αδυνατεί να την ονομάσει, κάτι που αποτελεί ίσως το πιο τολμηρό στοιχείο ενός βιβλίου που στοιχηματίζει συνεχώς σε αυτά που δεν γράφει.
Γιατί, και αυτό είναι ίσως το πιο αμφιλεγόμενο κομμάτι για το βιβλίο, ο Σόλοϊ χτίζει ολόκληρη την αφήγηση πάνω σε αυτά που σκόπιμα αρνείται να κάνει. Η γραφή του είναι αποστασιοποιημένη και αποστειρωμένη κατ' επιλογή και καθ' αντιστοιχία με τον πρωταγωνιστή, αρνείται τον εσωτερικό μονόλογο και το ψυχογράφημα, κρατά τους χαρακτήρες εξολοκλήρου εξωτερικούς, σχεδόν χάρτινους, αφήνει τις σιωπές να δουλεύουν εκεί όπου μια πιο συμβατική αφήγηση θα έσπευδε να εξηγήσει. Η δυσφορία που αυτή η απουσία προκαλεί στον αναγνώστη, η αίσθηση ότι του στερείται κάτι που έχει δικαίωμα να απαιτήσει, είναι το ακριβές ανάλογο της ανικανότητας του Ίστβαν να αρθρώσει τον εαυτό του, και αυτή η αντιστοιχία δεν δηλώνεται ποτέ, απλώς βιώνεται, με τον τρόπο που βιώνεται η παρουσία ενός ανθρώπου που δεν μιλά. Είναι ένα παράτολμο αφηγηματικό στοίχημα που ο Σόλοϊ κερδίζει ακριβώς επειδή δεν κάνει το λάθος να το εξηγήσει.
Τελικά, η Σάρκα του Ντέιβιντ Σόλοϊ είναι ένα μυθιστόρημα που έχει αφαιρέσει από τον εαυτό του ό,τι συνήθως το είδος χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Η ξύλινη αφήγηση, οι φαινομενικά επιφανειακοί χαρακτήρες και οι συχνά απίστευτα στεγνοί διάλογοι, οι οποίοι επιπλέον καταλαμβάνουν γενναίο μέρος του βιβλίου, δεν αποτελούν ατέλειες που μια διαγώνια ανάγνωση μπορεί να συγχωρέσει, αλλά το μέσο με το οποίο ο Σόλοϊ επιτυγχάνει κάτι σχετικά σπάνιο στη σύγχρονη πεζογραφία, να προκαλέσει στον αναγνώστη την αίσθηση μιας ζωής που αντιστέκεται στη νοηματοδότηση χωρίς αυτή η αντίσταση να μετατρέπεται σε στυλιαρισμέμο μηδενισμό. Το βιβλίο επιμένει σαν παρουσία για ώρες αφότου κλείσει η τελευταία σελίδα, και αυτή η επιμονή λέει περισσότερα από ό,τι θα μπορούσε να πει οποιαδήποτε λόγια αιτιολόγησή της.



