Ἄλλες φορές πάλι μιλοῦσες γιὰ τὸ ἐπώδυνο παρελθόν, χωρίς νὰ σὲ ρωτήσω τίποτα. Μοῦ ἔλεγες, για παράδειγμα, ὅτι συχνὰ περιδιάβαινες στοὺς δρόμους τῆς Γιαφα σου, ἀλλὰ δὲν μποροῦσες νὰ τοὺς ἀναγνωρίσεις, σὰν νὰ χάθηκαν κι αὐτοὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους της ὅταν έξαναγκάστηκαν νὰ τὴν ἐγκαταλείψουν μὲ τὴ βία. Τότε τὰ παιδικά μου μάτια προσπαθοῦσαν νὰ ὁραματιστοῦν τὴ σκηνὴ τῆς φυγῆς, ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως μοῦ τὴν περιέγρα φες: «Εξαφανίστηκαν, σὰν νὰ τοὺς κατάπιε τὸ σκοτάδι, ἢ σὰν νὰ τοὺς πῆρε ὁμήρους ἡ θάλασσα». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια περιέγραφες τὶς μέρες καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐξαναγκάστηκαν νὰ φύγουν, πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερες ποτὲ πὼς ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλης μειώθηκε στοὺς 4.000 ἀπό τοὺς 100.000 ποὺ ἦταν τότε. Ὄχι, δὲν μοῦ τὸ εἶπες ποτὲ αὐτό, μόνο πὼς δὲν μποροῦσες πλέον νὰ ἀναγνωρίσεις τὴν πόλη καὶ τοὺς δρόμους της, ὅταν ἔφυγαν. Τί πένθος! Τὸ μυαλό μου δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τέτοιους ἀριθμούς, οὔτε μπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ τί σημαίνει γιὰ μιὰ πόλη νὰ χάνει τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ της, ἐγώ, ποὺ γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα στὴ Γιάφα, τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Γιάφα εἶχε ξεφύγει πλέον ἀπὸ τὸν ἑαυτό της καὶ τὴν παλιά της ταυτότητα.
Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που αποδεικνύουν πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η λογοτεχνία, πως ένα βιβλίο γραμμένο μια δεκαετία νωρίτερα μπορεί να μεταμορφωθεί, ενώπιον των γεγονότων, από πολιτικό αφήγημα σε είδος προφητικού κειμένου. Από το 2023, η λέξη γενοκτονία έχει βγει από τα ακαδημαϊκά λεξικά, τους νομικούς κόμβους του Χάγης και τα συνθήματα των ακτιβιστών και έχει εγκατασταθεί στα στόματα εκατομμυρίων ανθρώπων που βλέπουν σε πραγματικό χρόνο τη συστηματική εκδίωξη, τη σκόπιμη εξόντωση, την διάλυση ενός λαού. Τίποτα δεν άρχισε στις 7 Οκτωβρίου του 2023. Στην σύγχρονη ιστορία, η φρίηκη αρχίζει επίσημα με τους Σιωνιστικούς εποικισμούς και επίσημα, το 1948 με τη Νάκμπα, την Καταστροφή, εκείνη τη βίαιη και ολοκληρωτική ανατροπή του παλαιστινιακού κόσμου που μετέτρεψε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε πρόσφυγες μέσα σε λίγους μήνες, αδειάζοντας πόλεις, σβήνοντας ονόματα, κλείνοντας σπίτια που δεν θα άνοιγαν ξανά. Ανάμεσα στις πόλεις που έφεραν το βάρος αυτής της καταστροφής με τον πιο ορατό και συμβολικό τρόπο, η Γιάφα, το αρχαίο και όμορφο λιμάνι που οι Παλαιστίνιοι αποκαλούσαν “νύφη της θάλασσας”, το οποίο αδειάστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και μετασχηματίστηκε σε Τελ Αβίβ. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού της, στην πλειοψηφία Παλαιστίνιοι, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους υπό την πίεση των επιθέσεων, των απειλών, της τρομοκρατίας, και βρέθηκαν διεσπαρμένοι σε ένα κόσμο που δεν είχε καμία πρόθεση να τους επιτρέψει να επιστρέψουν.
Θα έλεγε κανείς ότι, για τους Σιωνιστές, θα ήταν βολικό, ένας από μηχανής ή μάλλον βιβλικός θεός, να εξαφάνιζε εν μια νυκτί, μαγικά, αθόρυβα, το πρόβλημα των Παλαιστινίων. Αυτή ακριβώς η σκέψη, στριμωγμένη ανάμεσα στην ειρωνεία και τον τρόμο, είναι η αφετηρία του Βιβλίου της εξαφάνισης της Ιμπτισάμ Άζεμ, Παλαιστίνιας συγγραφέως με ισραηλινή υπηκοότητα, δημοσιογράφου και μυθιστοριογράφου που έχει κάνει τη γλώσσα και τον τόπο αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης στο έργο της, γεννημένης και μεγαλωμένης σε εκείνη ακριβώς τη Γιάφα που ο χάρτης μετονόμασε αλλά η μνήμη αρνείται να αφήσει να σβηστεί. Γραμμένο στα αραβικά το 2014, σε μια στιγμή που η Δύση ακόμα διατηρούσε ευγενικές αποστάσεις από τη λέξη γενοκτονία, το βιβλίο επέλεξε να κάνει αυτό που μόνο η λογοτεχνία, και δη η speculative fiction, μπορεί, να πει δηλαδή μια αλήθεια τόσο ακραία που μόνο μέσα από τη φαντασία αντέχει να ειπωθεί.
Μια μέρα, χωρίς εξήγηση και χωρίς προειδοποίηση, όλοι οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονται από το Ισραήλ. Δεν εκτοπίζονται, δε σκοτώνονται, δε φεύγουν μες τη νύχτα με ό,τι προλάβουν να πάρουν όπως έγινε στη Γιάφα το 1948. Εξαφανίζονται, αφήνοντας πίσω τους μόνο αντικείμενα και μια σιωπή βαριά σαν κατηγορία, σαν απόδειξη που κανείς δεν θέλει να εξετάσει. H Γιάφα, επιλέγεται ως ο κεντρικός βιωματικός τόπος αυτής της απουσίας, κι αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς πρόκειται για μια πόλη που ήδη εξαφανίστηκε μια φορά, μια πόλη που αντικαταστάθηκε από το γειτονικό Τελ Αβίβ το οποίο την απορρόφησε και τη διατήρησε ως γραφικό τμήμα, ως τουριστική ατρακτιον, ακριβώς με τον τρόπο που διατηρείται μια απόδειξη εγκλήματος όταν κανείς δεν αναγνωρίζει το έγκλημα.
Σε αυτή την Γιάφα, συνυπάρχουν δύο αφηγηματικές φωνές που εναλλάσσονται, συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται χωρίς ποτέ πραγματικά να συναντιούνται. Ο Αλάα, νεαρός Παλαιστίνιος πολίτης του Ισραήλ που ζει στο Τελ Αβίβ, και ο Αριέλ, Εβραίος φίλος του που κατοικεί στο ίδιο κτίριο. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται το ημερολόγιο της γιαγιάς του Αλάα, ένα κείμενο-μνήμη γραμμένο γύρω από τη Νάκμπα με τέτοιον τρόπο που το παρόν γίνεται αδύνατο να διαβαστεί χωρίς να ακούγεται πάντα, στο βάθος, ο ήχος εκείνης της αρχικής καταστροφής. Η φιλία των δύο ανδρών, αληθινή φαινομενικά, αποκαλύπτεται σταδιακά ως μια σχέση βαθύτατα ασύμμετρη, γιατί η φιλία μεταξύ κατακτητή και κατακτημένου δεν μπορεί να είναι ισότιμη ακόμα κι όταν αμφότεροι πιστεύουν ότι είναι. Η εξαφάνιση των Παλαιστινίων λειτουργεί ως ο καθρέφτης που αναγκάζει τον Αριέλ να αντιμετωπίσει ένα κενό που δεν μπορεί να ονομάσει γιατί, για να το ονομάσει θα πρέπει να παραδεχτεί ότι αυτό που εξαφανίστηκε υπήρχε, και η ίδια η θεμελίωση της παρουσίας του ως Ισραηλινό στην πόλη βασίζεται στην άρνηση αυτής της ύπαρξης. Το παράτολμο επιχείρημα της Άζεμ είναι ακριβώς εδώ, στο ότι η εξαφάνιση δεν λυτρώνει τον θύτη αλλά τον αφήνει να στέκεται πάνω σε έδαφος που ξαφνικά, απογυμνωμένο από την ετερότητα που αρνούνταν να αναγνωρίσει, δεν έχει πια νόημα.
Ανάμεσα στην φωνή του Αλάα, η οποία σβήνει σταδιακά και συνεχίζεται μονάχα μέσα από το ημερολόγιο του, και σε εκείνη του Αριέλ, ενός μετριοπαθούς και δίκαιου δημοσιογράφου που δεν παύει όμως ποτέ να είναι Σιωνιστής, παρεμβάλλονται σαν αντίστιξη οι διάφορες φωνές των Ισραηλινών που αντιδρούν στο νέο της εξαφάνισης, στη νέα πραγματικότητα. Άλλοι με ανακούφιση που δεν τολμούν να ομολογήσουν, άλλοι με μια ανησυχία που δεν καταφέρνουν να εξηγήσουν, κι άλλοι με εκείνη την παράξενη μελαγχολία που νιώθει κανείς όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό που εύχονταν να εξαφανιστεί ήταν και το μοναδικό πράγμα που έδινε νόημα στην παρουσία του. Η Άζεμ δεν ρίχνει στους χαρακτήρες της το βάρος της κατηγορίας με τον εύκολο τρόπο του ηθικού δικαστηρίου· τους αφήνει να αποκαλυφθούν μόνοι τους, μέσα από τα κενά που αφήνει η απουσία, γιατί γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ισχυρότερη κατηγορία από εκείνη που διατυπώνει ο ίδιος ο κατηγορούμενος χωρίς να το καταλαβαίνει.
Το “Βιβλίο της εξαφάνισης” γράφτηκε το 2014, με την Γάζα να φλαίγεται και τότε, όπως έκαιγε το 2008, το 2012, το 2021, όπως καίγεται και σήμερα με πολύ μεγαλύτερη ένταση και διεθνή ατιμωρησία. Αυτή η επανάληψη δεν είναι ιστορική σύμπτωση και η Άζεμ το γνωρίζει, γι' αυτό και το βιβλίο της δεν παλιώνει, δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, δεν είναι απάντηση σε μια επικαιρότητα που πέρασε. Είναι η ανατομία ενός συστήματος που λειτουργεί αδιαλείπτως, και η φαντασία που το διαπερνά δεν είναι φυγή αλλά η μόνη γλώσσα ικανή να πει αυτό που οι εικόνες των δελτίων ειδήσεων, ακόμα κι όταν δείχνουν τα πάντα, αδυνατούν να μεταδώσουν, δηλαδή τι σημαίνει να ζεις σε μια πόλη που εξαφανίστηκε ήδη μια φορά και να ξέρεις, χωρίς να το λες, ότι η εξαφάνιση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
To 2025, Το βιβλίο της εξαφάνισης ήταν υποψήφιο στην shortlist του βραβείου Booker. Στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.



