Δέκα μέρες αργότερα, όταν το Σποκέιν Ιντερνάσιοναλ ξεκίνησε πάλι τα δρομολόγια, ο Γκρέινιερ το πήρε και πήγε μέχρι το Κρέστον της Βρετανικής Κολομβίας, και το βράδυ της ίδιας μέρας έκανε την αντίστροφη διαδρομή, προς τα νότια, διασχίζοντας την κοιλάδα όπου ζούσε μέχρι τότε. Η πυρκαγιά είχε σκαρφαλώσει μέχρι τις κορυφογραμμές και στις δύο πλευρές της κοιλάδας, τις είχε καβαλήσει, είχε περάσει από την άλλη και είχε κατεβεί μέχρι τη μέση της πλαγιάς, έτσι έλεγαν τα νέα που ο Γκρέινιερ παρακολουθούσε στενά. Είχε αφανίσει τα πάντα σε όλη την κοιλάδα, σαν φωτιά σε χαντάκι. Ο Ρόμπερτ Γκρέινιερ σε όλη την υπόλοιπη ζωή του θα είχε μια ολοζώντανη ανάμνηση της καμένης κοιλάδας την ώρα που έπεφτε το σούρουπο, ό,τι πιο κοντά σε όνειρο είχε δει ποτέ στον ξύπνιο του – τα λαμπερά παστέλ χρώματα από το φως που έσβηνε εκεί ψηλά, κάτι λευκά σύννεφα στον ουρανό να αντανακλούν τον ήλιο που είχε φύγει απ' την κοιλάδα, κι άλλα σύννεφα αυλακωτά και γκριζωπά και ρόδινα, τα πιο χαμηλά καθισμένα πάνω στις κορφές των βουνών Μπάσαρντ και Κουίν και κάτω από εκείνον τον θαυμαστό ουρανό η μαύρη κοιλάδα έμενε ασάλευτη, ενώ το τραίνο τη διέσχιζε βγάζοντας μια μεγάλη βουή που όμως δεν ήταν αρκετή για να ξυπνήσει τούτο τον νεκρό κόσμο.
Η ιστορία του Ρόμπερτ Γκρέινιερ, ξεκινάει και τελειώνει με τρένα, αρχίζοντας την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και τελειώνοντας χρόνια αργότερα, την δεκαετία του εξήντα. Στο ενδιάμεσο, στο βιβλίο Όνειρα Τραίνων του Αμερικανικού συγγραφέα Ντένις Τζόνσον, αν και το μέγεθος του ακροβατεί μεταξύ μεγάλου διηγήματος και νουβέλας, συναντάμε το επικό διακύβευμα εκείνων των μυθιστορημάτων που στις Ηνωμένες πολιτείες τείνουν να χαρακτηρίζουν Μεγάλα Αμερικανικά μυθιστορήματα. Με τι διαφορά ότι εδώ το “μεγάλο” συμπυκνώνεται σε κάτι πάνω από εκατό σελίδες, χωρωντας μέσα τους μια ολόκληρη ζωή αλλά και ένα κομμάτι της Αμερικανικής ιστορίας.
Ο ορφανός Γκρέινιερ φτάνει στο Αϊντάχο με τρένο το 1893, παιδί ακόμα, για να τον αναλάβει μια οικογένεια που δεν θα του αποκαλύψει ποτέ από πού ήρθε, κάτι που καταλήγει να τον χαρακτηρίσει. Ο Τζόνσον δεν κατασκευάζει έναν ήρωα με τη συμβατική έννοια αλλά κάτι πιο αυθεντικό, έναν άνθρωπο που ζει στα περιθώρια της Ιστορίας ενώ η Ιστορία περνάει δίπλα του σαν ατμομηχανή αφήνοντας πίσω της κραδασμούς και σκόνη. Ο Γκρέινιερ είναι από κείνους που χτίσαν την Αμερική, χτίζει γέφυρες, κόβει δέντρα, μεταφέρει ξυλεία, το σώμα του ανήκει στη βιομηχανική μηχανή που κατακτά τη Δύση αλλά η ψυχή του παραμένει ξέφραγο αμπέλι, κι ο Τζόνσον γράφει αυτή τη σχέση χωρίς ίχνος ρομαντισμού, με μια γλώσσα λιτή που θυμίζει Χέμινγουεϊ, κάτω από την οποία όμως κρύβεται μια ποιητική δυσφορία, ένας λυρισμός που ξεχειλίζει κάθε φορά που ο Γκρέινιερ σηκώνει το βλέμμα και κοιτάζει τα βουνά των βορειοδυτικών Ηνωμένων πολιτειών.
Κι ύστερα η φωτιά. Η μεγάλη πυρκαγιά που καταπίνει την κοιλάδα, την καλύβα, τη γυναίκα του, την κόρη του. Ο Τζόνσον αφηγείται την καταστροφή με αυτοσυγκράτηση που αγγίζει τα όρια της σκληρότητας, χωρίς θρήνο σε κεφαλαία γράμματα, μόνο η επιστροφή στα αποκαΐδια, η σιωπή, και αργότερα ένα λευκό καπέλο που πλέει πάνω από το ποτάμι μέσα στη νύχτα σαν φάντασμα ή ψευδαίσθηση, κι εκεί ακριβώς η νουβέλα αποκτά τη μεταφυσική της διάσταση, εκεί όπου η απώλεια σταματά να είναι δραματικό γεγονός και γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Ο Γκρέινιερ μετά από αυτό το γεγονός-τομή της προσωπικής του ιστορίας, ζει, συνεχίζει να ζει, έχοντας πάντα πλάι του μια αδιόρατη θλίψη. Κι όμως το βιβλίο δεν είναι ζοφερό. Ή μάλλον δεν είναι μόνο ζοφερό. Υπάρχει στη γραφή του Τζόνσον μια παράξενη τρυφερότητα, μια λάμψη που εμφανίζεται ακριβώς εκεί που δεν την περιμένεις. Στα σκυλιά που πηγαινοέρχονται στη ζωή του Γκρέινιερ φέρνοντας μαζί τους μικρές, ανεπαίσθητες παρηγορίες. Στα ονειρικά πλάσματα που κατοικούν τα δάση, λυκοκόριτσα και λυκάνθρωποι, φιγούρες που ανήκουν ταυτόχρονα στον θρύλο και στην εφημερίδα, στην ινδιάνικη παράδοση και στο τσίρκο. Ο Γκρέινιερ ζει σε έναν κόσμο που σταδιακά αποτρέπει κάθε μαγεία και τη στιγμή ακριβώς που ο ορθολογισμός τείνει να κυριαρχήσει, ο Τζόνσον αφήνει τα ανεξήγητα να εισβάλουν στην αφήγηση. Η λυκοκόρη που ίσως είναι η κόρη του. Τα ουρλιαχτά που ακούγονται τη νύχτα. Η αίσθηση ότι τα δάση κρύβουν κάτι που η βιομηχανία δεν θα κατορθώσει ποτέ να κόψει εντελώς.
Αυτό που διακρίνει τα Όνειρα Τραίνων από πλήθος αμερικανικών αφηγήσεων για τη Δύση είναι η άρνηση του Τζόνσον να μυθοποιήσει. Η Δύση εδώ δεν είναι ο τόπος της υπόσχεσης αλλά ο τόπος της εξαφάνισης. Τα δάση χάνονται, οι ιθαγενείς εκδιώκονται ή σκοτώνονται, ο Κινέζος εργάτης στην αρχή της νουβέλας σχεδόν πετιέται από τη γέφυρα σαν σκουπίδι, ο Ινδιάνος Μπομπ πίνει για πρώτη φορά στη ζωή του και ξαπλώνει στις ράγες γιατί δεν ξέρει τι γίνεται. Ο Τζόνσον παραθέτει αυτές τις εικόνες βίας χωρίς σχολιασμό, αφήνοντας τον αναγνώστη μόνο μπροστά στο ηθικό τους βάρος. Η πολιτική κριτική είναι διακριτική, σχεδόν αδιόρατα πλάι στον κινητήριο τροχό της αφήγησης, την ζωή του Ρόμπερτ Γκρέινιερ.
Ο Ντένις Τζόνσον, ο συγγραφέας που με το Jesus’ son είχε χαρτογραφήσει τη ναρκωτική αλλοτρίωση της αμερικανικής περιθωριακότητας, βρίσκει εδώ τον πιο ήσυχο και ταυτόχρονα τον πιο βαθύ του τόνο, κλείνοντας τη νουβέλα με μια σκηνή που στοιχειώνει τον αναγνώστη. Ο Γκρέινιερ στο πανηγύρι, μπροστά στον λυκάνθρωπο της σκηνής, ακούει ένα ουρλιαχτό που περιέχει τα πάντα, τον ήχο της ατμομηχανής, της κόρνας του πλοίου, της όπερας, του ζωικού πόνου, ολόκληρης δηλαδή εκείνης της Αμερικής που οι σιδηρόδρομοι και τα πριονιστήρια και η πρόοδος ήδη θάβουν κάτω από τσιμέντο και χάλυβα. Κι ύστερα fade to black. Ο Γκρέινιερ θα πεθάνει μόνος στην καλύβα του το 1968 και θα τον βρουν μήνες αργότερα περιπατητές, αλλά αυτό δεν είναι πια σημαντικό. Σημαντικό είναι εκείνο το ουρλιαχτό, η τελευταία πνοή ενός κόσμου που σβήνει, και η σιωπή που ακολουθεί, γιατί τα Όνειρα Τραίνων τελικά είναι ένα βιβλίο για τη σιωπή, για όσα απομένουν όταν τα τρένα δεν ακούγονται πια.



