Σφαγείο πέντε

6 λεπτά Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026 Από Κουρτ Βόνεγκατ
Εξαιρετικό
Σφαγείο πέντε
Το μεγάλο, μεταμοντέρνο αντιπολεμικό μυθιστόρημα του Κούρτ Βόνεγκαρτ

Για κάποια πράγματα μας είναι δύσκολο να μιλήσουμε, τα θάβουμε βαθιά, τα μετουσιώνουμε σε τραύμα, σε ενοχές, σε εφιάλτες. Ο καθένας τα αντιμετωπίζει με τον τρόπο του, με εξομολογήσεις, με ψυχοθεραπεία, με προσωπική δουλειά και αυτογνωσία.

Η συγγραφή, μεταξύ άλλων, είναι και μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται σαν μέσο εξαγνισμού των προσωπικών δαιμόνων και τραυμάτων, επαγγελματιών και όχι μόνο της γραφής. Κάποιες φορές δουλεύει. Κάποιες άλλες, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα.

Τον Κουρτ Βόνεγκατ, του πήρε σχεδόν είκοσι χρόνια για να τα καταφέρει.

Article image

Τη νύχτα της 13ης Φεβρουαρίου 1945, η Δρέσδη ήταν μια πόλη γεμάτη πρόσφυγες, τραυματίες και αμάχους μακριά από το μέτωπο του πολέμου, ο οποίος είχε πλέον ουσιαστικά χαθεί για τους Γερμανούς. Η γερμανική Φλωρεντία όπως την αποκαλούσαν, με τα μπαρόκ παλάτια της, τις εκκλησίες της, τα μουσεία της, δεν είχε στρατιωτική σημασία. Αυτό δεν εμπόδισε τα βρετανικά βομβαρδιστικά Λάνκαστερ να έρθουν πρώτα, σκορπώντας εμπρηστικές βόμβες που μετέτρεψαν την πόλη σε κόλαση, σε μια κίνηση χωρίς στρατηγική σημασία πέραν ίσως της εκδίκησης. Ακολούθησαν τα αεροπλάνα των Αμερικανών. Για δύο μέρες και τρεις νύχτες, η Δρέσδη καιγόταν, με την πυροκαταιγιδα να ρουφά το οξυγόνο από τους δρόμους, λιώνοντας ανθρώπους στα καταφύγια και ισοπεδώνοντας δεκατρία τετραγωνικά χιλιόμετρα. Οι νεκροί ήταν δεκάδες χιλιάδες με των ακριβή αριθμό τους να μην γίνεται ποτέ γνωστός.

Ο νεαρός Βόνεγκατ ήταν εκεί, αιχμάλωτος πολέμου σε ένα υπόγειο σφαγείο. Επέζησε. Βγήκε στην επιφάνεια και είδε ένα τοπίο σεληνιακό και αφού απελευθερωμένος μάζεψε πτώματα για εβδομάδες γύρισε στην Αμερική, σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, έγινε συγγραφέας. Και όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να γράψει για εκείνες τις νύχτες, να αναμετρηθεί και να ξορκίσει την φρίκη του πολέμου, τον απρόσωπο αδηφάγο τρόμο που δεν γνωρίζει πλευρά, καλό και κακό, σωστό και λάθος. Το τραύμα αντιστεκόταν στη γλώσσα. Μέχρι που βρήκε τον μόνο τρόπο να το πει. Να παραδεχτεί ότι δεν μπορεί να το πει, τουλάχιστον, όχι συμβατικά.

Ο τρόπος του Κουρτ Βόνεγκατ να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τις εμπειρίες του από τον πόλεμο και τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, ήταν η συστηματική αποδόμηση κάθε συμβατικής αφηγηματικής γραμμικότητας. Το Σφαγείο 5 ή Η Σταυροφορία των Παιδιών που κυκλοφόρησε το 1969 δεν έχει γραμμική αφήγηση, δεν έχει ήρωα με την κλασική έννοια, δεν έχει καν σταθερό χρόνο. Ο Μπίλι Πίλγκριμ, το alter ego του συγγραφέα, έχει "αποκολληθεί" από τον χρόνο. Πηδά χωρίς προειδοποίηση από τη Δρέσδη στον γάμο του στην μεταπολεμική Αμερική, από την παιδική του ηλικία στον πλανήτη Τραλφαμαντόρ όπου τον κρατούν αιχμάλωτο εξωγήινοι, από τη στιγμή του θανάτου του πίσω στον πόλεμο. Αυτή η μεταμοντέρνα χρονική αποδιάρθρωση της αφήγησης, συνδυάζεται με ένα καυστικό, σχεδόν βιτριολικό χιούμορ που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αμυντικός μηχανισμός και ως όπλο, με την ειρωνεία να μην αμβλύνει τη φρίκη αλλά να την κάνει ακόμη πιο αφόρητη.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ανοίγει με χαρακτηριστική μεταμοντέρνα αυτογνωσία, με τον Βόνεγκατ να μην ξεκινά με τον ήρωά του αλλά με τον εαυτό του. Μιλά για την αδυναμία του να γράψει αυτό το βιβλίο, για τις αποτυχημένες προσπάθειες, για τη νύχτα που τηλεφώνησε μεθυσμενος σε έναν παλιό σύντροφό για να θυμηθούν μαζί τον πόλεμο. Η γυναίκα του συστρατιώτη, αντέδρασε με οργή. Φοβόταν ότι θα έγραφε άλλο ένα βιβλίο που θα εξυμνούσε τον πόλεμο, που θα έδινε πρωταγωνιστικούς ρόλους στον John Wayne και τον Frank Sinatra οι οποίοι θα μετέτρεπαν τη σφαγή σε μια υπερπαραγωγή γεμάτη τιμή και ανδρεία. Ο Βόνεγκατ της υποσχέθηκε το αντίθετο. Γι' αυτό και ο υπότιτλος. Η Σταυροφορία των Παιδιών παραπέμπει στην καταστροφική εκστρατεία του 1212 όπου χιλιάδες παιδιά ξεγελιουνται από απατεώνες θρησκευτικού είδους και ξεκινούν για τους Αγίους Τόπους καταλήγοντας τελικά νεκρα ή σκλάβοι. Αντίστοιχα και αυτοί που πολέμησαν στη Δρέσδη, αυτοί που πολεμούν σε κάθε πόλεμο, δεν είναι ποτέ οι άνδρες των ταινιών, αλλά συνήθως είναι παιδιά. Μωρά που δεν ξέρουν πού πηγαίνουν και γιατί.

Η κατακερματισμένη πλοκή του Σφαγείου 5, ακολουθεί τον Μπίλι Πίλγκριμ σε ένα ταξίδι που δεν έχει αρχή και τέλος. Ο Μπίλι είναι μια σατιρική καρικατούρα που ενσαρκώνει τις εμπειρίες του συγγραφέα, ένας αντιήρωας με την πιο κυριολεκτική έννοια. Ξερακιανός, αδέξιος, παθητικός μέχρι το σημείο της αδράνειας, περνά τον πόλεμο σαν φάντασμα που τυχαία βρέθηκε στο λάθος μέρος. Δεν πολεμά, δεν αντιστέκεται, δεν αποδρά. Απλώς υπάρχει, πράγμα του συμβαίνουν και με κάποιον τρόπο επιβιώνει. Μετά τον πόλεμο, χαμένοι μαζί του σε μια μη γραμμική αντίληψη του χρόνου, τον βλέπουμε παντρεμένο με την κόρη ενός πλούσιου εργολάβου, τον βλέπουμε να επιβιώνει από αεροπορικό δυστύχημα, τον βλέπουμε κλεισμένο σε γυάλινο κλουβί στον πλανήτη Τραλφαμαντόρ. Η σειρά δεν έχει σημασία. Όλα συμβαίνουν, συνέβησαν, θα συμβούν.

Γύρω του δευτεραγωνιστές που μοιάζουν βγαλμένες από εφιάλτη ή από σάτιρα. Ο βάναυσος στρατιώτης που πεθαίνει από γάγγραινα κατά την πορεία των αιχμαλώτων και καταριέται τον Μπίλι με την τελευταία του πνοή και ο ψυχοπαθής σαδιστής που ορκίζεται να εκδικηθεί τον θάνατο του τελευταίου σκοτώνοντας τον Μπίλι, και τελικά το κάνει δεκαετίες αργότερα. Ο ηλικιωμένος δάσκαλος που επιβιώνει από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης για να εκτελεστεί λίγο μετά επειδή έκλεψε μια τσαγιέρα από τα ερείπια με την ειρωνεία του θανάτου του να είναι τόσο οξεία που δεν χρειάζεται σχόλια. Η απαθής γυναίκα του που ψάχνει να αγαπηθεί, ο πλούσιος ακροδεξιός πεθερός του, ο γιος του που καταλήγει να πιάνεται στην ίδια παγίδα με τον πατέρα του και στέλνεται στην μπανιέρα του Βιετνάμ, κάθε περαστικός χαρακτήρας του βιβλίου μιλά έμμεσα ή άμεσα για την φρίκη του πολέμου.

Οι Τραλφαμαντοριανοί, τα εξωγήινα πλάσματα που απαγάγουν τον Μπίλι, προσφέρουν στον συγγραφέα μια διέξοδο βγαλμένη από τις επιστημονικής φαντασίας καταβολές του και στον ίδιο μια φιλοσοφία που μοιάζει με διέξοδο. Για αυτούς όλες οι στιγμές υπάρχουν ταυτόχρονα ζώντας σε μια επιπλέον διάσταση που τους προσφέρει μια διαφορετική οπτική του χρόνου. Ο θάνατος δεν είναι τέλος, απλώς μια κακή στιγμή που μπορείς να αγνοήσεις εστιάζοντας στις καλές. Αλλά ο Βόνεγκατ δεν την παρουσιάζει ως λύση αλλά σαν έναν ακόμη, ίσως πιο εκλεπτυσμένο, μηχανισμό άρνησης. Η φράση "και έτσι παει" που επαναλαμβάνεται σαν μάντρα μετά από κάθε θάνατο στο βιβλίο, είναι στη λογική της τραλφαμαντοριανή. Αν δεν μπορείς να σταματήσεις τον θάνατο, αν δεν μπορείς καν να τον εξηγήσεις, το μόνο που σου μένει είναι να τον καταγράψεις και να συνεχίσεις.

Ο Βόνεγκατ δεν πιστεύει στη δύναμη της λογοτεχνίας να αλλάξει τον κόσμο. Γράφει κάπου ότι ένα αντιπολεμικό βιβλίο είναι εξίσου αποτελεσματικό με ένα βιβλίο ενάντια στους παγετώνες. Οι πόλεμοι θα συνεχιστούν όπως οι παγετώνες θα συνεχίσουν να κινούνται. Και όμως γραφεί το Σφαγείο 5, ένα βιβλίο που δεν υπόσχεται, που δεν κηρύττει, που δεν προσφέρει λύσεις, απλώς δείχνει. Και αυτό που δείχνει είναι η απόλυτη παραλογία του θανάτου, η αδυναμία της γλώσσας να τον περιγράψει, και η επιμονή να προσπαθεί παρ' όλα αυτά. Και κάπως έτσι πάει.

Κατηγορίες: Literary fiction