Υπάρχει μια λογοτεχνική γενεαλογία που έλκει την καταγωγή της από τις γειτονιές του μασσαλιωτικού λιμανιού του Ζαν Κλωντ Ιτζό και απλώθηκε προοδευτικά στη Σικελία του Καμιλλέρι, στη Νάπολη του Σαβιάνο, στη Βαρκελώνη του Βάθκεθ Μονταλμπάν, στην Αθήνα του Μάρκαρη και στα νησιωτικά τοπία του Πεντινιέλι, μια γενεαλογία που χαρακτηρίζεται από τον τόπο, την ιστορία, την πολιτική και εσχάτως, από την γαστρονομία. Το μεσογειακό νουάρ, όπως διαμορφώθηκε από αυτή τη γενεαλογία, παραμένει εξ ορισμού και γαστρονομικό, πολιτικό και γεωγραφικό ταυτόχρονα, υφαίνοντας με συστατικό τρόπο την κουζίνα μέσα στους μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαράστασης, μετατρέποντας το αλιευτικό προϊόν, το ντόπιο τυρί και τη μυρωδιά του κρασιού σε σημειώσεις πάνω στους χάρτες της εξουσίας και της κληρονομημένης αδικίας. Σε αυτό το πλούσιο χωνευτήρι οφείλει την ύπαρξή του ένα νεότερο και αισθητά πιο ισχνό κλαδί, που γνωρίζουμε ως γαστρονομικό πολάρ, ένα συγγενικό υποείδος με ολιγάριθμους αξιόλογους εκπροσώπους και χωρίς ακόμα πραγματική παράδοση, το οποίο κληρονομεί τα τρία θεμελιώδη συστατικά της μητρικής γενεαλογίας, τη γαστρονομία ως spice του φολκλορικού σκηνικού, την πολιτική ως υπόγειο μηχανισμό της πλοκής και τη Μεσόγειο ως φυσικό σκηνικό, και τα αναδιατάσσει με βάση μια διαφορετική κοσμοπολίτικη ευαισθησία, εκείνη του βόρειου παρατηρητή που πλησιάζει τον νότο μέσα από τη γαστρονομία ως οδό αυθεντικότητας και κατανάλωσης ταυτόχρονα.
Ο Τομ Χίλενμπραντ, Γερμανός δημοσιογράφος του Spiegel και επίδοξος συγγραφέας, εργάζεται με συνέπεια μέσα σε αυτό το συγγενικό κλαδί, και ακριβώς σε αυτή τη συνειδητή τοποθέτηση οφείλεται τόσο η κομψή δεξιοτεχνία του όσο και η οριζόντια εμβέλεια του εγχειρήματός του. Ένα εγχείρημα χάρη στο οποίο δημιουργήθηκε μια σειρά από νουάρ με υποθέσεις επικεντρωμένες γύρω από την κουζίνα.
Η υπόθεση των Φονικών Ελιών εκτυλίσσεται γύρω από τον φόνο ενός Ιταλού παραγωγού ελαιολάδου που είχε εμπλακεί στη μεγαλύτερη γαστρονομική απάτη της σύγχρονης Ευρώπης, εκείνη όπου λάδια χαμηλής ποιότητας από τη Βόρεια Αφρική και την Ιβηρική Χερσόνησο μετατρέπονται με χημικές και διοικητικές αλχημείες σε εξαιρετικά παρθένα με ονομασία προέλευσης τους ιταλικούς λόφους της Τοσκάνης. Ο Ξαβιέ Κίφερ, αυτός ο πρώην μισελενάτος αρχιμάγειρας που εγκατέλειψε την υψηλή γαστρονομία για να διατηρήσει στη λουξεμβουργιανή υπόπολη ένα μικρό εστιατόριο παραδοσιακής κουζίνας, βρίσκεται κατά την ετήσια ιταλική του απόδραση μπροστά στον φόνο ενός παραγωγού φίλου του και αναλαμβάνει την έρευνα ταξιδεύοντας μέσα στα λιοτρίβια της Νότιας Ιταλίας, εκεί όπου σταδιακά διαπιστώνει πως το έγκλημα μπλέκει την Ντράγκετα της Καλαμπρίας με αμερικανικές πολυεθνικές αλλά και με τη συγκαλυμμένη συναίνεση ευρωπαϊκών θεσμών οι οποίοι υπερασπίζονται φραστικά την προστατευόμενη ονομασία προέλευσης ενώ ταυτόχρονα την παραδίδουν στις πιο αδίστακτες μορφές κερδοσκοπίας. Η μακρόχρονη θητεία του Χίλενμπραντ στο Spiegel διακρίνεται καθαρά μέσα στην οικονομία της αφήγησης, στον τρόπο με τον οποίο τα δημοσιογραφικά τεκμήρια ενσωματώνονται με ανεπαίσθητη φυσικότητα στην πλοκή χωρίς να βαραίνουν τη ροή της, και αναπτύσσει στον αναγνώστη μια ευσύνοπτη ανθρωπολογία της σύγχρονης Μεσογείου, μιας Μεσογείου που τρώει καλά, μιλάει πολλές γλώσσες και βλέπει τα ίδια της τα παραδοσιακά προϊόντα να μετατρέπονται σε ανώνυμα εμπορεύματα στις διεθνείς αγορές της χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης.
Η πιο ουσιώδης αρετή του βιβλίου εντοπίζεται ακριβώς εκεί, στην ικανότητά του να εγγράψει στη μυθοπλασία ένα από τα πιο σιωπηλά εγκλήματα της εποχής μας, εκείνο της εμπορευματοποίησης κάθε τοπικής παράδοσης μέσα στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Ο Χίλενμπραντ κατανοεί κάτι που στοχαστές σαν τον Σρνίτσεκ έχουν θεωρητικοποιήσει για την πλατφορμοποίηση της οικονομίας και κάτι που ο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν περιγράφει ως νεοφιλελεύθερη απαίτηση διαφάνειας με ταυτόχρονη παραγωγή νέας αδιαφάνειας, κατανοεί δηλαδή πως η σύγχρονη απάτη συντελείται μέσα στους φωτεινούς διαδρόμους των σούπερ μάρκετ, μέσα στις γυαλιστερές βιτρίνες των ντελικατέσεν, εκεί όπου ο καταναλωτής εμπιστεύεται τυφλά τις ταμπέλες και τις πιστοποιήσεις, εκεί όπου το έγκλημα κρύβεται κάτω από το βιολογικό σήμα και κάτω από τη χρωματιστή σημαία της προέλευσης. Το ελαιόλαδο, αυτή η αρχαιότατη ύλη που στις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης χρίει βασιλιάδες και στα ομηρικά έπη γυαλίζει το σώμα των ηρώων πριν τη μάχη, αυτή η ύλη που στους ηπειρωτικούς τάφους των μυκηναίων αξιωματούχων ξεχωρίζει την κοινωνική θέση και στην αττική παράδοση συνδέεται με την ίδια την Αθηνά ως δώρο πολιτισμού, μετατρέπεται σε εμπόρευμα που πλαστογραφείται με τη σχολαστικότητα ενός βιομηχανικού πρωτοκόλλου, και αυτή η μετατροπή συνιστά ίσως το πιο διεισδυτικό σχόλιο του βιβλίου, ένα σχόλιο που αναβλύζει από την ίδια τη μηχανική της πλοκής χωρίς να εκφέρεται ποτέ ρητά από τον συγγραφέα. Η πραγματική φονικότητα των ελιών στο μυθιστόρημα του Χίλενμπραντ έγκειται κυρίως στη συστηματική δολοφονία μιας ολόκληρης παράδοσης, εκείνης της σχέσης ανάμεσα σε έναν τόπο, ένα δέντρο και μια κοινότητα, μιας σχέσης που η παγκόσμια αγορά λιανεμπορίου έχει αντικαταστήσει με μια αλυσίδα μάρκετινγκ και η ιταλική Mafia έχει μετατρέψει σε μηχανή χρηματικής έκπλυσης.
Ο Ξαβιέ Κίφερ καθαυτός παρουσιάζεται όμως ως μια προσωπικότητα κάπως παγωμένη μέσα στη συμπαθητική της επάρκεια, ένας ήρωας που κινείται με ευκολία μέσα στην πλοκή και διατηρεί μια λογοτεχνική απόσταση από εκείνο το βαθύτερο τραύμα που ορίζει τους μεγάλους ντετέκτιβ της μεσογειακής παράδοσης. Ο τύπος του ήρωα που ο Χίλενμπραντ προτείνει είναι εκείνος του κοσμοπολίτη γαστρονόμου που ταξιδεύει με τη γοητεία ενός μορφωμένου ευρωπαίου και αναζητά τη λύση του εγκλήματος ως μια ευγενική περιπέτεια ανακάλυψης, μια εκδοχή του λογοτεχνικού ντετέκτιβ που ανήκει περισσότερο στη γενιά των αστικών ερασιτεχνών της κλασικής αγγλοσαξονικής σχολής, σε εκείνη τη μακρά αλυσίδα ντετέκτιβ που λύνουν αινίγματα κατά τη διάρκεια κρουαζιερών στον Νείλο και βραδινών στα ευρωπαϊκά εστιατόρια, παρά στη σκιερή χορεία των μεσογειακών ηρώων οι οποίοι κουβαλούν πάνω τους την ιστορία και το τραύμα της δικής τους γης. Ο Κίφερ τρώει καλά, μαγειρεύει με γνώση, διηγείται με ακρίβεια τα μυστικά της ιταλικής κουζίνας και ταξιδεύει διατηρώντας πάντα την ευγενική απόσταση του παρατηρητή, και αυτή η σταθερή απόσταση εξηγεί το αίσθημα μιας ευχάριστης ανάγνωσης που σταματά πάντα στις παρυφές της βαθύτερης λογοτεχνικής εμπειρίας. Στο πρόσωπο του Λουξεμβούργιου αρχιμάγειρα κατοικεί η Ευρώπη ως διοικητικό κέντρο, η Ευρώπη που τρώει με γνώση και νομοθετεί με σχολαστικότητα, διαθέτοντας επομένως όλα τα προνόμια της παρατηρητικής απόστασης και κανένα από τα μυστικά εκείνης της μέσα από τη γη γνώσης η οποία μετατρέπει τον λογοτεχνικό ντετέκτιβ της νουάρ παράδοσης σε φιλοσοφικό σχήμα.
Υπάρχει εξάλλου ένα ζήτημα πολιτισμικής τοποθέτησης που οφείλει κανείς να ονομάσει με ευθύτητα, καθώς ο Χίλενμπραντ, σε πλήρη αντιστοιχία με τον ήρωά του, γράφει για την Ιταλία με την αγάπη του ξένου και με την επιστημονική περιέργεια ενός δημοσιογράφου που έχει αποκωδικοποιήσει την αρχιτεκτονική της απάτης, και αυτή η θέση παράγει μια συγκεκριμένη οπτική, εκείνη του βόρειου παρατηρητή που βλέπει τη Μεσόγειο ως αποθήκη γοητευτικής διαφθοράς. Το οργανωμένο έγκλημα φιγουράρει μάλλον ως αυθεντικό φολκλόρ μιας μακράς νοτιοιταλικής ιδιαιτερότητας παρά ως δομικό σύμπτωμα μιας πραγματικής ιστορικής εγκατάλειψης από το ιταλικό κράτος, μιας εγκατάλειψης που έχει τις ρίζες της στην ίδια την ενοποίηση του 1861, στις δημοσιονομικές πολιτικές του Πιεμόντε προς τον Νότο, στη μεγάλη μετανάστευση του εικοστού αιώνα προς την Αμερική και τη βόρεια Ιταλία και στη σιωπηλή συμμαχία της Δημοκρατικής Χριστιανικής εξουσίας με τις τοπικές μαφίες κατά τη μεταπολεμική περίοδο της Πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας. Ο Χίλενμπραντ διαβάζει την απάτη ως πρόβλημα τεχνικό και θεσμικό, ως αστοχία διαχείρισης που μπορεί να διορθωθεί με αυστηρότερες ευρωπαϊκές οδηγίες και ισχυρότερους χημικούς ελέγχους στα ιταλικά τελωνεία, εκεί όπου ένας μεσογειακός συγγραφέας θα την διάβαζε ως πληγή κοινωνική, ως κληρονομικό τραύμα μιας περιφέρειας που γνωρίζει το κράτος κυρίως μέσα από την απουσία του. Αυτή η διαφορά οπτικής υπερβαίνει τη στιλιστική προτίμηση και αποκαλύπτει την ίδια τη γενεαλογία του γαστρονομικού πολάρ ως αναγνωστικού καταναλωτικού προϊόντος, ενός προϊόντος που απευθύνεται κατά κύριο λόγο στον δυτικοευρωπαίο μέσο αναγνώστη και του προσφέρει ταυτόχρονα την ψυχαγωγία της περιπέτειας, την ηθική ικανοποίηση της καταγγελίας μιας πραγματικής απάτης και την κοσμοπολίτικη γοητεία της ξένης γεύσης συσκευασμένα όλα μέσα σε ένα ενιαίο και προσεκτικά καλοζυγισμένο πακέτο.
Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, οι Φονικές Ελιές που στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ποταμός, παραμένουν ένα έντιμο και ευχάριστο μυθιστόρημα που αξίζει την ανάγνωσή του ως μύηση στις συμβάσεις του γαστρονομικού πολάρ(αστυνομικό νουάρ στην πραγματικότητα) και ως εκπαιδευτική εμβάθυνση στον σύγχρονο εμπορικό κόσμο του ελαιολάδου, ένα μυθιστόρημα που εκπληρώνει με συνέπεια όλες τις υποσχέσεις του είδους του και προσφέρει στον αναγνώστη του μια κομψή απογευματινή περιπέτεια, μια ευσύνοπτη χαρτογράφηση μιας μεγάλης ηπειρωτικής απάτης και μια διδακτική εμπειρία που τον αφήνει με νέες γνώσεις για το λάδι το οποίο στάζει καθημερινά πάνω στη σαλάτα του. Ο Χίλενμπραντ διατηρεί πάντα τη φιλική απόσταση από εκείνη την επικίνδυνη περιοχή όπου η σκοτεινιά της γεύσης γίνεται μία με τη σκοτεινιά της ψυχής, από εκείνη την περιοχή όπου το αστυνομικό μυθιστόρημα μετατρέπεται σε καθρέφτη μιας ολόκληρης εποχής, και αυτή η συνειδητή απόσταση συνιστά ταυτόχρονα την αρετή του και το όριό του. Αν ο αναγνώστης πλησιάσει το βιβλίο με τη σωστή προσδοκία, εκείνη ενός προσεγμένου μενού δοκιμής γαστρονομικής ψυχαγωγίας με σοβαρή ηθική υφή, θα κλείσει τη σελίδα με αληθινή ικανοποίηση και με την κομψή μνήμη ενός ταξιδιού μέσα στην Ευρώπη που τρώει καλά. Αν όμως αναζητήσει εκείνη τη βαθύτερη σπείρα όπου η μεσογειακή λογοτεχνία κωδικοποιεί την κοινωνική αδικία μέσα στη γεύση μιας αρακούλας ή ενός ντόπιου τυριού, εκείνη την περιοχή όπου η γαστρονομική εικόνα μετατρέπεται σε ιστορικό σπαραγμό, θα χρειαστεί να επιστρέψει στους κορυφαίους εκπροσώπους της μητρικής γενεαλογίας. Ο Χίλενμπραντ έχτισε με αξιοσημείωτη επιδεξιότητα ένα κομψό αναγνωστικό σαλόνι, και αυτή η αρχιτεκτονική κομψότητα είναι ακριβώς το μέτρο της δεξιοτεχνίας του και ταυτόχρονα της λογοτεχνικής του εμβέλειας.
Αναμένουμε με ενδιαφέρον και τις υπόλοιπες περιπέτειες του Κίφερ στα ελληνικά.



