Όση ώρα περπατούσε στον μόλο αλλά και μετά, όταν κάθισε στον επίπεδο βράχο, σκεφτόταν τη Λιλιάνα και τον Αρτούρο που φιλιόντουσαν παθιασμένα στο δοκιμαστήριο. Φαινόταν ξεκάθαρα ότι η κοπέλα δεν του είχε πει ούτε τη μισή αλήθεια, όπως είχε αρχικά πιστέψει. Πιθανόν να είχε συγχρόνως δύο εραστές, τον Αρτούρο και τον άντρα με το Volvo. Ίσως ένα σκάρτο τέταρτο. Κι άντε να ξέρεις μέσα σ' εκείνο τον λαβύρινθο ψεμάτων, αν ήταν στ' αλήθεια ο Αρτούρο που είχε καταστρέψει τη μηχανή του αυτοκινήτου της. Ή μήπως ο Φάτσιο είχε παρακολουθήσει ένα ξαφνικό και βίαιο ξαναφούντωμα της φλόγας, που είναι πάντα πολύ επικίνδυνο; Στην παρούσα φάση, βρισκόταν εδώ και μέρες μπροστά σε μια σειρά από γεγονότα που φαινομενικά έδιναν την εντύπωση ότι δεν είχαν κανένα σκοπό. Περιληπτικά: Πότε, πού και γιατί πυροβόλησαν το αυτοκίνητό; Γιατί έβαζαν βόμβες μπροστά από άδεια καταστήματα; Γιατί η Λιλιάνα είχε έρθει να του πει ένα σωρό ψέματα; Και γιατί ήθελε να δώσει την εντύπωση ότι μεταξύ τους υπήρχε στενή φιλία ή κάτι περισσότερο; Πυκνή ομίχλη.
Υπάρχει μια σκηνή στον Τρίτο Άνθρωπο του Κάρολ Ριντ, όπου ο Χάρι Λάιμ καταδιώκεται στο λαβύρινθο του λούνα παρκ ανάμεσα σε καθρέπτες που πολλαπλασιάζουν την εικόνα του σε άπειρα κλάσματα, καθένα αληθινό και ψεύτικο ταυτόχρονα, ώσπου ο άνθρωπος και η σκιά του χάνουν τα όριά τους και η ταυτότητα φαινομενικά διαλύεται μέσα στην ίδια της την αντανάκλαση. Ο Αντρέα Καμιλλέρι, στη δέκατη όγδοη περιπέτεια του αστυνόμου Σάλβο Μονταλμπάνο, φαίνεται να θυμάται αυτή τη σκηνή με εξαιρετική ακρίβεια. Στο παιχνίδι με τους καθρέπτες, ο Σικελός συγγραφέας στήνει μια αφήγηση οργανωμένη γύρω από την αρχή της παραμόρφωσης, όπου τα πρόσωπα δεν είναι αυτό που δείχνουν, οι σχέσεις δεν είναι αυτό που φαίνονται και η αλήθεια κρύβεται πάντοτε στο τυφλό σημείο ανάμεσα σε δύο αντικριστές επιφάνειες, εκεί που το φως δεν φτάνει και το μάτι αδυνατεί να ακολουθήσει.
Η Βιγκάτα, η φανταστική Σικελική πόλη που ο Καμιλλέρι έχει μετατρέψει σε λογοτεχνικό τόπο με τη δική του βαρύτητα και γεωγραφία, υποδέχεται αυτή τη φορά τον Μονταλμπάνο σε μια υπόθεση που ξεκινά από δύο φαινομενικά άσχετα περιστατικά: μια έκρηξη βόμβας μπροστά σε ένα ερειπωμένο αποθηκευτικό χώρο που εδώ και καιρό δεν φιλοξενεί τίποτα αξιόλογο, και ένα αυτοκίνητο με μηχανή δολίως κατεστραμμένη που ανήκει στη νέα του γειτόνισσα, την Λιλιάνα Λομπάρντο, μια παντρεμένη, εξαιρετικά ελκυστική και εξίσου δυσανάγνωστη γυναίκα, η εγγύτητα με την οποία διαταράσει με μαθηματική ακρίβεια την ισορροπία και την ηρεμία του αστυνομικού, ο οποίος τελευταία φαίνεται να είναι επιρρεπής σε περαστικές φαμ φαταλ. Τα δύο νήματα, αυτά της βόμβας και της Λιλιάνα, μοιάζουν αρχικά να μην συναντιούνται, πλην όμως σύντομα αποδεικνύεται ότι τέμνονται, ότι ανήκουν στον ίδιο ιστό. Έναν ιστό μπερδεμένο όπου συναντιούνται η μαφία της τοπικής φατριάς των Σινάγκρα, ένας νεαρός εραστής με πατέρα μεγαλοδιακινητή ναρκωτικών, μερικές ανώνυμες επιστολές που σπρώχνουν την έρευνα σε αδιέξοδα, μια σφαίρα μυρστηριωδώς ριχμένη στο αμάξι του ίδιου του Μονταλμπάνο και τελικά δύο πτώματα, το ένα καμένο, το άλλο με τα σημάδια βίας που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια φαντασίας. Κομμάτια ενός παζλ που τελικά συναρμολογούνται σε μια αφήγηση όπου κανείς δεν είναι αυτό που παρουσιάζεται και ο ίδιος ο αστυνόμος βρίσκεται να μπλεγμένος στην υπόθεση σε προσωπικό επίπεδο.
Ο Καμιλλέρι, ογδόντα έξι κατά τη συγγραφή του βιβλίου, επιδεικνύει για μια ακόμη φορά την ικανότητα που τον ξεχωρίζει από άλλους ομοτεχνούς του, δηλαδή την δυνατότητα να χτίζει ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα, αυτό της αστυνομικής πλοκής και αυτό του χαρακτήρα, χωρίς το ένα να καταπίνει το άλλο και, επιπλέον, με μια διακριτική αλλά οξυδερκή κοινωνική κριτική που προσθέτει στα βιβλία μια επιπλέον διάσταση. Το Παιχνίδι με τους Καθρέπτες, μετά από μια σειρά βιβλίων πιο αδύναμων από τα πρώτα της σειράς, είναι ένα από τα πιο σφιχτοδεμένα βιβλία της σειράς, ανακτώντας κάτι από εκείνη την αρχική σφριγηλότητα. Η πλοκή αρνείται να αφήσει τον αναγνώστη να χαλαρώσει και το κεντρικό μοτίβο δεν μένει στο επίπεδο της μεταφοράς αλλά διαπερνά κυριολεκτικά κάθε στρώμα της αφήγησης. Ο Μονταλμπάνο παραμένει ένας από τους πιο ζωντανούς χαρακτήρες του μεσογειακού νουάρ ακριβώς επειδή δεν είναι αλάνθαστος, με την ευαλωτότητά του απέναντι στις γυναίκες, την αντιφατική ηθική του και την εριστική σχέση του με την εξουσία να μην είναι διακοσμητικά στοιχεία αλλά ο αληθινός σκελετός πάνω στον οποίο κάθε υπόθεση αποκτά υπόσταση. Και φυσικά η Σικελία, γεμάτη ήλιο, σκιές και αντιφάσεις, παραμένει ο αναντικατάστατος δευτεραγωνιστής της σειράς.



