Επί σκοπώ πλουτισμού

6 λεπτά Κυριακή 5 Ιουλίου 2026 Από Ελισάβετ Χρονοπούλου
Αρεκτά καλό
Επί σκοπώ πλουτισμού
Το Επί σκοπώ πλουτισμού της Ελισάβετ Χρονοπούλου επιστρέφει στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής και του δωσιλογισμού, φωτίζοντας μια ατιμώρητη ιστορία βίας, πλουτισμού και λήθης.
Ἐνταῦθα ὁ Πρόεδρος διέκοψε τήν μάρτυρα λέγων ὅτι τό δικαστήριον δέν ἔχει χρείαν κηρύγματος παρά τῶν μαρτύρων καί ἀκολούθως τήν προέτρεψε, ἐάν ἔχει νά προσθέσῃ τι σχετιζόμενον μέ τό κατηγορητήριον, νά τό πράξῃ εὐθύς, ἄλλως νά ἀποχωρήσῃ. Ἀκολούθως ἡ μάρτυς τοῦ λόγου λαβοῦσα προσέθεσε ὅτι: Δέν γνωρίζω ἐάν αὐτοί πού ἐστρατολόγησαν τόν κατηγορούμενον εἶχον σκοπόν τήν δίωξιν τῶν κομμουνιστῶν, γνωρίζω ὅμως ὅτι ὁ δικός του σκοπός ἦτο ὁ πλουτισμός καί μόνον. Ἐπί σκοπῷ πλουτισμοῦ συνελήφθην καί ἐκρατήθην ἐγώ, ἐπί σκοπῷ πλουτισμοῦ ἐμαρτύρησε καί ἐδολοφονήθη ἡ Ἀμαλία Σαρίκα, εἰς τά δεκαεπτά της χρόνια.
Article image

Η μνήμη, συχνά και ιδιαίτερα στην μεταμοντέρνα πραγματικότητα της υποκειμενικότητας του σήμερα, είναι ένα χαρακτηριστικό εύπλαστο και ευμετάβλητο, έρμαιο αφηγημάτων, επίσημων και ανεπίσημων, στο έλεος αναθεωρήσεων και ερμηνειών. Στην Ελληνική πραγματικότητα, η ταραγμένη δεκαετία του 1940, τόσο η περίοδος της Γερμανικής κατοχής όσο και αυτή του εμφυλίου πολέμου, σχεδόν από την αρχή παρουσιάστηκε και γράφτηκε από την μεριά των νικητών του εμφυλίου, κρύβοντας, αποκρύπτοντας και αλλάζοντας τα γεγονότα ώστε να εξυπηρετηθούν τα αφηγήματα του μετεμφυλιακού καθεστώτος, επιτρέποντας περιστασιακές μόνο ασυμφωνίες μέχρι και το τέλος της επταετίας και την μεταπολίτευση. Ακόμη και τότε όμως, όταν οι φωνές εκείνων που μέχρι τότε την έβγαζαν σε εξορίες και ξερονήσια άρχισαν δειλά δειλά να ακούγονται, πολλές από τις σκοτεινότερες πτυχές της ιστορίας έμειναν θαμένες και ανομολόγητες, προς χάρην της εθνικής συμφιλίωσης και μιας βολικής λήθης.

Στην χώρα αυτή, συλλογικά, φαίνεται να κρατάμε μερικές πόρτες κλειστές, σαν το θαμμένο τραύμα ενός ατόμου που κρύβει μέσα του κάποια τραυματικά γεγονότα για να κρατήσει τα λογικά του. Γιατί, παρότι οι καταγραφές, τόσο ακαδημαϊκού χαρακτήρα όσο και εκείνες που διακινήθηκαν μέσα από γραπτές ή τις προσωπικές μαρτυρίες, υπάρχουν, δύσκολα φτάνουν σε ακροατήρια πέρα από εκείνα που διέπονται από μια φυσική συνάφεια με αυτές. Έτσι, οι ιστορίες εκείνων που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, των γερολαδάδων που έκαναν περιουσίες (ενίοτε και καράβια) σε βάρος του απλού λαού και ταυτόχρονα καταδίδοντας τους αγωνιστές που πολεμούσαν για την σωτηρία αυτού, αλλά και των συχνά κακοποιών στοιχείων που υποδέχθηκε και στράτευσε στον αντικομμουνιστικό της αγώνα η δεξιά, ξεχνιούνται, δεν γίνονται κοινό κτήμα της Ιστορίας του τόπου.

Το κενό αυτό καλείται συχνά να γεμίσει η λογοτεχνία, με πολλές εξαιρετικές εκδόσεις τις τελευταίες δεκαετίες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα να είναι το βιβλίο Οι Δωσίλογοι του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, όπου τεκμηριωμένα και σε βάθος εξιστορείται το φαινόμενο της συνεργασίας με τον κατακτητή όχι ως μια σειρά μεμονωμένων πράξεων προδοσίας, αλλά ως ένα ολόκληρο πλέγμα πολιτικών επιλογών, οικονομικών συμφερόντων, ιδεολογικών ταυτίσεων, ταξικών αντανακλαστικών και προσωπικών επιδιώξεων. Ο Χαραλαμπίδης φωτίζει τις κατοχικές κυβερνήσεις, τους εμπόρους και τους βιομήχανους που συναλλάχθηκαν με τους Γερμανούς, τους μηχανισμούς της Χωροφυλακής, των Ταγμάτων Ασφαλείας και των Ελλήνων πρακτόρων των SS, αλλά και τη μετέπειτα δικαστική και πολιτική διαχείριση αυτής της συνεργασίας, δείχνοντας πως η Κατοχή για μεγάλο ένα μέρος του πληθυσμού ήταν μια ευκαιρία άγριας αναδιανομής της εξουσίας και του πλούτου.

Την έρευνα του Χαραλαμπίδη έρχεται να συμπληρώσει, με πιο λογοτεχνικούς όρους, το Επί σκοπώ πλουτισμού της Ελισάβετ Χρονοπούλου. Ξεκινώντας από το παρόν, όπου ένας μάλλον αργόσχολος και ολίγο τι αδαής νέος δέχεται ένα τηλεφώνημα από δημόσιο νοσοκομείο για έναν άγνωστο νεκρό, μαζί με μια διαθήκη, μια απροσδόκητη κληρονομιά και ένα γράμμα που ανοίγει σαν ρωγμή μέσα στον χρόνο, η Χρονοπούλου στήνει ένα μυθιστόρημα για μια μικρή ιστορία, από εκείνες που σαν ψηφιδωτό καταλήγουν να δημιουργούν την άλλη, την μεγάλη Ιστορία, με κεφαλαίο Ι. Ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια πληγή που δεν έκλεισε, μια εξέγερση απέναντι στο άδικο που, μη βρίσκοντας χώρο στη δικαιοσύνη των θεσμών, πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Το Επί σκοπώ πλουτισμού δεν επιστρέφει στη δεκαετία του 1940 για να αποδώσει απλώς ιστορικό χρώμα ή να αναπαραστήσει μια εποχή, αλλά για να εξερευνήσει το γαϊτανάκι της βίας που γεννιέται όταν το αίσθημα δικαίου μένει ανεκπλήρωτο, όταν αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο, η ανάγκη του να αναγνωρίσει το άδικο και να του αντισταθεί, μπορεί την ίδια στιγμή να τον σπρώξει προς το θηρίο. Σε αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου, σε μια Ελλάδα ογδόντα χρόνια μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνά για να του αποκαλύψει πως είναι και ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πως πάντα υπήρξε, είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.

Το βιβλίο βασίζεται σε πραγματική ιστορία, με την συγγραφέα να έχει κάνει εκτενή έρευνα πάνω στα αρχεία του κράτους και στα πρακτικά από τις ατελέσφορες δίκες των δωσιλόγων. Είναι γραμμένο υβριδικά, με ένα μέρος του να διέπεται από μια πλεονάζουσα λογοτεχνικότητα που έρχεται συχνά σε αντίθεση με την σοβαρότητα του βιβλίου, και με το υπόλοιπο να αποτελεί τεκμήριο με αυτούσια αποσπάσματα από αρχεία και δίκες. Οι χαρακτήρες είναι πραγματικοί και τραγικοί ταυτόχρονα, με ιδιαίτερα τον Δημοσθένη και την Αμαλία Σαρίκα να στέκουν στο κέντρο του βιβλίου ως άνθρωποι που τους καταπίνει πρώτα η εποχή τους και ύστερα η λήθη. Δίπλα τους όμως, και απέναντί τους, στέκεται ο σύγχρονος αφηγητής, ένας νέος σχεδόν αποκομμένος από την Ιστορία, όχι κατ’ ανάγκην από αδιαφορία, αλλά από εκείνη τη βαθύτερη ιστορική αμνησία που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Είναι παιδί μιας χώρας που έμαθε να ζει πάνω στα θαμμένα της εγκλήματα χωρίς να τα ονομάζει, μιας κοινωνίας όπου η δεκαετία του 1940 εμφανίζεται συχνά σαν θολό σχολικό κεφάλαιο, σαν οικογενειακός ψίθυρος ή σαν πολιτική διαμάχη άλλων καιρών, αποκομμένη από το παρόν.

Η μνήμη, όταν εισβάλλει στη ζωή του, δεν λειτουργεί σαν ήρεμη γνώση ούτε σαν ιστορική ενημέρωση. Έρχεται βίαια, σχεδόν παραβιαστικά, μέσα από ένα τηλεφώνημα, μια διαθήκη, μια κληρονομιά, ένα γράμμα, και τον αναγκάζει να καταλάβει πως το παρελθόν δεν είναι κάτι που βρίσκεται πίσω του, αλλά κάτι που τον περιέχει. Ο αφηγητής ανακαλύπτει ότι η άγνοιά του ήταν μέρος της ιστορίας αυτής, ότι η απόσταση που νόμιζε πως τον προστάτευε ήταν μια ψευδαίσθηση. Με αυτή την έννοια μοιάζει πολύ με τον σημερινό νέο άνθρωπο που ζει μέσα σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία υπάρχει παντού, αλλά σπάνια μετατρέπεται σε ιστορική συνείδηση, που γνωρίζει αποσπασματικά, που θυμάται μέσα από επετείους, ντοκιμαντέρ, οικογενειακές σιωπές και πολιτικά συνθήματα, αλλά σπάνια έχει αναμετρηθεί πραγματικά με το βάρος όσων προηγήθηκαν.

Η Χρονοπούλου καταφέρνει στα καλύτερα σημεία του βιβλίου να κάνει αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στην άγνοια και τη μνήμη το πραγματικό νεύρο της αφήγησης. Το αρχειακό υλικό, τα πρακτικά των δικών, οι μαρτυρίες, η καθαρεύουσα της δικαστικής γλώσσας, δεν λειτουργούν μόνο ως τεκμήρια ενός εγκλήματος που έμεινε ατιμώρητο, αλλά ως μηχανισμοί αφύπνισης που βγάζουν τον αναγνώστη από τη βολική θέση του παρατηρητή και τον φέρνουν αντιμέτωπο με το ερώτημα της κληρονομιάς: τι σημαίνει να κουβαλάς ένα παρελθόν που δεν γνώριζες, αλλά που παρ’ όλα αυτά έμμεσα σε διαμόρφωσε;

Κατηγορίες: Greek Literature