Δαμάζοντας το κτήνος

6 λεπτά Παρασκευή 8 Μαΐου 2026 Από Έρση Σωτηροπούλου
Αρκετά Καλό
Δαμάζοντας το κτήνος
Μια λογοτεχνικής ανατομίας της Ελλάδας του εκσυγχρονισμού, της μεταπολιτευτικής εξάντλησης και της επερχόμενης κρίσης

Γνώρισα την Έρση Σωτηροπούλου με τον τρόπο που η εποχή μας συστήνει πια τους συγγραφείς, μέσα από τον θόρυβο των κοινωνικών δικτύων αλλά και των στοιχηματικών εταιρειών με τις προγνωστικές λίστες στις οποίες τα τελευταία χρόνια το όνομά της εμφανιζόταν επίμονα στα προγνωστικά για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στην εποχή του performative reading, όπου η ανάγνωση λειτουργεί συχνά ως δημόσια επίδειξη πολιτισμικού κεφαλαίου, το Νόμπελ Λογοτεχνίας μοιάζει να έχει μετατραπεί σε χρηματιστηριακό δείκτη συμβολικού κύρους και η λογοτεχνική αναγνώριση σε μορφή αλγοριθμικής πρόβλεψης, σε μια αγορά πιθανοτήτων όπου το όνομα του συγγραφέα προηγείται του ίδιου του έργου. Η ειρωνεία παραμένει σχεδόν υπερβολικά κατάλληλη, καθώς η Σωτηροπούλου, γεννημένη στην Πάτρα το 1953 και εκπαιδευμένη στη φιλοσοφία και την πολιτιστική ανθρωπολογία της Φλωρεντίας, οικοδόμησε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ευνοεί η εποχή των λογοτεχνικών rankings, μια παρουσία χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης αντοχής, η οποία διέσχισε σταδιακά τα ευρωπαϊκά σύνορα χωρίς να μετατραπεί ποτέ σε εξαγώγιμο brand ελληνικότητας. Το "Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές" της χάρισε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του 2000, ενώ το "Τι μένει από τη νύχτα", η ανασύνθεση του νεαρού Καβάφη στο Παρίσι του 1897, απέσπασε το Prix Mediterranee Etranger το 2017, επιβεβαιώνοντας ότι η γραφή της μπορούσε να κινηθεί ταυτόχρονα μέσα στην ελληνική λογοτεχνική ιδιαιτερότητα και σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πεδίο αναγνωσιμότητας. Η πρόζα της αποφεύγει σταθερά τις εύκολες ταξινομήσεις, μετακινείται ανάμεσα στο μυθιστόρημα ιδεών, την υπαρξιακή ανατομία και την κοινωνική σάτιρα, χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα σαν αιχμηρό ανατομικό εργαλείο που διαπερνά τις κοινωνικές επιφάνειες χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική πυκνότητά του.

Article image

Το “Δαμάζοντας το κτήνος” πρωτοκυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 2003, σε μια Ελλάδα που σήμερα μοιάζει ήδη σχεδόν μυθική, θαμμένη κάτω από διαδοχικά στρώματα κρίσης, χρεοκοπίας και της μετατροπής της πολιτικής σε μια ατέλειωτη μεταμοντέρνα καρικατούρα του εαυτού της, και επανακυκλοφόρησε από τον Πατάκη το 2025, εικοσιτρία χρόνια αργότερα. Πρόκειται για το πορτρέτο του Άρη Παυλόπουλου, ενός πενηντάρη πρώην επαναστάτη που έχει μετατραπεί σε επιτυχημένο σύμβουλο υπουργού και διασχίζει καθημερινά την Αθήνα ανάμεσα στην παραμελημένη Ιταλίδα σύζυγο, την καλλίγραμμη ερωμένη, τον αποξενωμένο έφηβο γιο και τη φαντασίωση μιας τελετουργικής ταυρομαχίας, ενώ καταδιώκει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί “ψυχρό ποίημα έτοιμο να εκραγεί, το ηφαίστειο κάτω από το παγόβουνο”. Η Σωτηροπούλου τοποθετεί τη δράση στην καρδιά της Ελλάδας του σημιτικού εκσυγχρονισμού, στην Αθήνα του ευρωπαϊκού αυτοθαυμασμού, της ψευδαίσθησης ιστορικής ανόδου και της χρηματιστηριακής μέθης, σε ένα χρονικό σημείο όπου η φούσκα του 1999 παραμένει ακόμη νωπή στη συλλογική μνήμη, οι Ολυμπιακοί Αγώνες πλησιάζουν σαν υπόσχεση εθνικής κορύφωσης και τα μεγάλα έργα ξεπετάγονται μέσα στην πόλη σαν εξανθήματα μιας ανάπτυξης που αδυνατεί να κρύψει την αγχωμένη ευφορία της. Είναι η χρυσή εποχή του ΠΑΣΟΚ, μια Ελλάδα κωστοπουλικών ηθών και γιάπικης αισθητικής, και αυτή η αίσθηση πλανάται σε όλο το μυθιστόρημα ως αόρατο ιστορικό υπόστρωμα, μέσα από τη μεταμόρφωση της γενιάς του Πολυτεχνείου σε διοικητικό και επικοινωνιακό κατεστημένο, τη μετατροπή της επαναστατικής γλώσσας σε εταιρικό λεξιλόγιο και την πλήρη αφομοίωση του ριζοσπαστισμού από τους μηχανισμούς της αγοράς και του κράτους. Ο Παυλόπουλος ενσαρκώνει με ακρίβεια αυτό το ιστορικό ίζημα, λειτουργεί ταυτόχρονα ως κοινωνιολογικό δείγμα και ως υπαρξιακή περίπτωση, με τη Σωτηροπούλου να τον προσεγγίζει μέσα από μια ψυχρή παρατηρητικότητα που επιτρέπει την κατανόηση χωρίς να διολισθαίνει ποτέ στην επιείκεια.

Οι χαρακτήρες του βιβλίου κινούνται σαν δορυφόροι γύρω από τη βραδεία κατάρρευση του Παυλόπουλου, ο καθένας κουβαλώντας τις δικιές του διαψεύσεις και ανασφάλειες. Η Ιταλίδα σύζυγος, παραμελημένη και αποσυνδεδεμένη από το ελληνικό περιβάλλον, στέκεται ως κατάλοιπο μιας προηγούμενης ζωής όπου ο ήρωας πίστευε ακόμη ότι η αυθεντικότητα μπορούσε να υπάρξει ως βιωμένη εμπειρία και όχι ως ρητορική ανάμνηση. Η ερωμένη, διαθέσιμη και καλλίγραμμη, υπηρετεί αρχικά τη φαντασίωση κυριαρχίας του πρωταγωνιστή, σύντομα όμως μετατρέπεται σε καθρέφτη της αποσύνθεσής του, καθώς η ερωτική τους σχέση εξελίσσεται σε ακόμη μία μορφή ταυρομαχίας όπου ο ταυρομάχος αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι είναι ο ίδιος ο ταύρος. Ο έφηβος γιος, βυθισμένος στις δικές του σιωπές, αντιπροσωπεύει τη γενιά που γεννιέται μέσα στα ερείπια της εκσυγχρονιστικής αφήγησης και που θα ενηλικιωθεί πολιτικά λίγα χρόνια αργότερα στον καπνό και τη φωτιά του Δεκέμβρη του 2008, μια γενιά αρνούμενη ήδη να μιλήσει τη γλώσσα των γονιών της, μια άρνηση που ο πατέρας διαβάζει ταυτόχρονα ως προσωπική ήττα και ως κάτι σχεδόν ακατανόητα αξιοπρεπές. Ο ίδιος ο Παυλόπουλος, διαβάζοντας Πόπερ στα διαλείμματα μιας ζωής που του ξεφεύγει, μετατρέπει την ορθολογική φιλοσοφία και τις ποιητικές φιλοδοξίες του σε τελευταίο οχύρωμα απέναντι στην εσωτερική του κατάρρευση, με τη Σωτηροπούλου να αφήνει να διαφανεί ότι ακόμη και η ορθολογικότητα έχει καταλήξει ένας ρόλος μέσα στο κοινωνικό του θέατρο.

Διαβασμένο σήμερα, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα μετά τη συγγραφή του, το “Δαμάζοντας το κτήνος” φωτίζεται από ιστορικούς και θεωρητικούς φακούς που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 δεν είχαν ακόμη αποκτήσει τη σημερινή τους καθαρότητα. Ο Άρης Παυλόπουλος συνιστά ίσως μία από τις πληρέστερες ελληνικές λογοτεχνικές ενσαρκώσεις της mauvaise foi του Σαρτρ, της κακής πίστης του ανθρώπου που μετατρέπει την ιδεολογία σε επάγγελμα και την ταυτότητα σε σκηνικό ρόλο, που επιμένει να συμπεριφέρεται σαν να ταυτίζεται με αυτό που δείχνει ενώ γνωρίζει, σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο, ότι η ίδια αυτή ταύτιση συγκαλύπτει ένα κενό. Η ταυρομαχία αποκτά έτσι το πραγματικό της βάρος, όχι ως απλή αλληγορία ανδρικής βίας ή κυριαρχίας αλλά ως καθημερινή τελετουργία αυτοπειθάρχησης, όπου ο ταυρομάχος και το κτήνος συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο σώμα, σε μια διπλή ανατομία όπου η βία παύει να εμφανίζεται ως έκτακτο γεγονός και μετατρέπεται σε ατμόσφαιρα, σε δομικό περιβάλλον ύπαρξης. Ταυτόχρονα το μυθιστόρημα διαβάζεται σχεδόν προφητικά ως ανατομία της Ελλάδας που λίγα χρόνια αργότερα θα καταρρεύσει μέσα στην κρίση, μιας κοινωνίας όπου η εικόνα έχει ήδη αντικαταστήσει τη σχέση, η αναπαράσταση έχει απορροφήσει την εμπειρία και το πολιτικό υποκείμενο επιβιώνει κυρίως ως performance του εαυτού του απέναντι σε αόρατα ακροατήρια, δημοσκοπήσεις, τηλεοπτικά πάνελ και φαντασιακές αγορές κοινωνικής αποδοχής. Ο Παυλόπουλος μοιάζει έτσι με πρώιμη μορφή εκείνου του εξαντλημένου νεοελληνικού υποκειμένου που εσωτερικεύει πλήρως την απαίτηση της διαρκούς απόδοσης και αυτοβελτιστοποίησης, μετατρέποντας τον εκσυγχρονιστικό λόγο σε μηχανισμό ψυχικής αυτοδιάβρωσης, πολύ πριν η ελληνική κοινωνία βρεθεί αντιμέτωπη με τη συλλογική χρεοκοπία των βεβαιοτήτων της.

Σημείο τριβής, σε ένα κατά τα άλλα εξαιρετικά διαυγές βιβλίο, παραμένει η ορισμένες φορές υπερβολικά αυτοσυνείδητη χρήση της κεντρικής αλληγορίας της ταυρομαχίας, καθώς και το γεγονός ότι ο Παυλόπουλος, ως φιγούρα του πρώην αριστερού που έχει ενσωματωθεί στον κρατικό και οικονομικό μηχανισμό, αγγίζει στιγμές όπου κινδυνεύει να επαναλάβει ένα ήδη γνώριμο μεταπολιτευτικό αρχέτυπο. Η δύναμη της Σωτηροπούλου βρίσκεται ωστόσο ακριβώς στην ικανότητά της να διασώζει αυτό το αρχέτυπο από την τυποποίηση, επαναφέροντάς το μέσα από μια γραφή νευρική, διεισδυτική και υπαρξιακά ασταθή, μετατρέποντας το “Δαμάζοντας το κτήνος” σε κάτι πολύ περισσότερο από κοινωνική σάτιρα ή ψυχογράφημα μιας γενιάς. Διαβασμένο σήμερα, το μυθιστόρημα λειτουργεί σαν ματιά στην Ελλάδα του εκσυγχρονισμού και της επερχόμενης κρίσης, μιας χώρας που δεν εξαφανίστηκε ποτέ πραγματικά αλλά επέζησε αλλάζοντας αισθητική, λεξιλόγιο και ιδεολογικά προσωπεία. Η Σωτηροπούλου κατέγραψε με εντυπωσιακή ακρίβεια τη στιγμή όπου η μεταπολιτευτική υπόσχεση περνούσε από την πολιτική στην κατανάλωση και από τη συλλογικότητα στην εξατομικευμένη επίδοση, επιτρέποντας στο βιβλίο να συνεχίζει να μιλά όχι ως λογοτεχνικό ντοκουμέντο μιας παρωχημένης εποχής αλλά ως ενεργό υπόστρωμα του παρόντος, σαν ένα μυθιστόρημα που διέγνωσε έγκαιρα την εσωτερική εξάντληση της ελληνικής εκσυγχρονιστικής αφήγησης πριν ακόμη αυτή καταρρεύσει ιστορικά.

Κατηγορίες: Greek Literature