Ότι σε κάνει να ξεχνάς

5 λεπτά Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026 Από Βίκτωρ Ψευτάκης
Αρκετά καλό
Ότι σε κάνει να ξεχνάς
Μια δυστοπική πόλη, ένα Ορυχείο που καταπίνει ζωές και μια τρύπα που εκπληρώνει επιθυμίες με βαρύ τίμημα, σε ένα φιλόδοξο ελληνικό μυθιστόρημα φανταστικού.

Μια πόλη σχεδόν δυστοπική στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, σκιά μίας εναλλακτικής Θεσσαλονίκης ή ίσως μιας Καβάλας. Μια ζοφερή νεοφιλελεύθερη πραγματικότητα, ατμόσφαιρα ζόφου, πικρή ζωή γεμάτη διάψευση και στο επίκεντρο όλων ένα Ορυχείο που καταπίνει, μεταφορικά και κυριολεκτικά, εκείνους που αναγκάζονται να δουλέψουν σε αυτό. Και μαγικός ρεαλισμός, με μια τρύπα να ανοίγει ξαφνικά, η πρώτη από τις πολλές που θα ακολουθήσουν, που μπορεί να εκπληρώνει τις πιο μύχιες επιθυμίες εκείνων που θα της παραδώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό και που φτύνει πίσω στον κόσμο αλλόκοσμα αντίγραφά τους. Τέλος, μια πλειάδα αντισυμβατικών, ετερόκλητων χαρακτήρων, που αγωνίζονται να επιβιώσουν καθώς γύρω τους η πραγματικότητα καταρρέει και μαθαίνουν με τον δύσκολο τρόπο ότι οι ευχές που πραγματοποιούνται έχουν πάντα βαρύ κόστος.

Article image

Το λογοτεχνικό σκηνικό που στήνει ο Βίκτωρ Ψευτάκης στο βιβλίο του Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς είναι σκοτεινό, φιλόδοξο και βαθιά αλληγορικό. Ο συγγραφέας, με φόντο την πόλη του Ορυχείου, δημιουργεί ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα που διανύει αφηγηματικά δύο δεκαετίες, από το άνοιγμα της πρώτης τρύπας ως και την τελική κατάρρευση του κοινωνικού status quo της πόλης, και μιλά για την ταυτότητα, για την κοινωνική πραγματικότητα υπό τον καπιταλισμό, για την εξέγερση, για την κατάρρευση. Το φιλόδοξο κράμα που προκύπτει είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας που θυμίζει κάτι από την κινηματική πραγματικότητα στις παρυφές της αριστεράς, ένα μυθιστόρημα που, διαβάζοντάς το, μπορεί κανείς να ακούσει τον απόηχο από τον δίσκο των Στίχοιμα, Μηχανές, ένα Greek Weird Wave βιβλίο που κουβαλά τον απόηχο από λογοτεχνικά έργα όπως το Σολάρις ή από ταινίες όπως το Στάλκερ του Ταρκόφσκι.

Στο εσωτερικό αυτού του πολυεπίπεδου σκηνικού κινούνται χαρακτήρες που μοιάζουν να έχουν ήδη αποβληθεί από την κανονικότητα πριν ακόμη ξεκινήσει η ιστορία τους. Άνθρωποι στο μεταίχμιο, εργαζόμενοι, άνεργοι, καλλιτέχνες, περιθωριακοί, queer υποκείμενα, πρόσωπα που ζουν μέσα σε εναλλακτικές κοινότητες, σε χώρους όπου η φιλία, η επιθυμία, η αλληλεγγύη και η αυτοκαταστροφή συναντιούνται με τρόπους ασταθείς αλλά ανθρώπινους. Ο Ψευτάκης δείχνει ενδιαφέρον για εκείνες τις ζωές που συχνά λειτουργούν ως ντεκόρ στην ελληνική πεζογραφία, για τους ανθρώπους που δεν χωρούν εύκολα στις "αποδέκτες" κοινωνικές κατηγορίες, που κουβαλούν τραύματα, μυστικά, μικρές προδοσίες, απωθημένα και επιθυμίες που δεν μπορούν πάντα να εκφραστούν με ασφάλεια. Μέσα από αυτούς, το μυθιστόρημα αποκτά την πιο ζωντανή του διάσταση, γιατί η πόλη του Ορυχείου σταματά να είναι αλληγορική κατασκευή και ζωντανός χώρος, ένας τόπος όπου η καπιταλιστική φθορά αποτυπώνεται πάνω σε σώματα που δουλεύουν, πονούν, ερωτεύονται, κρύβονται, αλλάζουν, χάνονται και επιστρέφουν αλλοιωμένα.

Η queer και εναλλακτική υφή του βιβλίου δεν λειτουργεί ως αισθητική δήλωση, αλλά ως οργανικό κομμάτι της πολιτικής του φαντασίας. Οι χαρακτήρες του Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς αναζητούν έναν τρόπο να επινοήσουν ξανά τον εαυτό τους μέσα σε έναν κόσμο που τους ζητά διαρκώς να μικρύνουν, να προσαρμοστούν, να ξεχάσουν όσα τους συγκροτούν. Η Τρύπα, ακριβώς επειδή υπόσχεται την εκπλήρωση της επιθυμίας, γίνεται ένας σκοτεινός καθρέφτης αυτής της αγωνίας, καθώς κάθε πρόσωπο που την πλησιάζει έρχεται αντιμέτωπο με αυτό που θέλει και με το τίμημα του να μετατρέψει την επιθυμία σε πραγματικότητα. Εδώ βρίσκεται και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες φιλοδοξίες του βιβλίου, η προσπάθειά να συνδέσει το υπαρξιακό με το πολιτικό, το προσωπικό τραύμα με την κοινωνική συνθήκη, το σώμα με την εργασία, τη μνήμη με την εκμετάλλευση, τη φυγή με την εξέγερση.

Παρά την ένταση και την πρωτοτυπία του, το Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς αφήνει κάποιες στιγμές την αίσθηση ότι ασφυκτιά μέσα στην ίδια του τη μορφή. Η φιλοδοξία του είναι μεγάλη, το υλικό πλούσιο, οι ιδέες πολλές, οι χρονικές μετατοπίσεις, οι χαρακτήρες και οι αφηγηματικές γραμμές δημιουργούν ένα πυκνό πλέγμα που γοητεύει, αλλά κάποιες φορές δεν εχει τον ζωτικό χώρο που χρειάζεται για να αναπνεύσει. Ιδίως στις διαδρομές ορισμένων δευτερευόντων προσώπων και στις μεταβάσεις ανάμεσα στις διαφορετικές χρονικές περιόδους, υπάρχουν σημεία όπου θα ήθελε κανείς μεγαλύτερη παραμονή σε πρόσωπα και καταστάσεις, περισσότερη ανάπτυξη, μια πιο αργή καθίζηση των εικόνων και των συνεπειών τους, σαν το βιβλίο να διαθέτει μέσα του το υλικό ενός μεγαλύτερου μυθιστορήματος αλλά να προσπαθεί να το συμπιέσει σε μια φόρμα που δεν του επιτρέπει να αναπτύξει πλήρως τη δυναμική του. Αυτό δεν αναιρεί την αξία του, αντίθετα φανερώνει το εύρος της σύλληψης και την τόλμη ενός συγγραφέα που δεν αρκείται σε μια ασφαλή, μικρή ιστορία, αλλά επιχειρεί να κατασκευάσει έναν ολόκληρο κόσμο με τους δικούς του κανόνες, τις δικές του πληγές και τη δική του σκοτεινή μυθολογία.

Γι’ αυτό και, παρά τις επιμέρους αδυναμίες του, το βιβλίο παραμένει ένα δυνατό δείγμα γραφής και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πρόσφατες εμφανίσεις στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Ο Βίκτωρ Ψευτάκης δείχνει πως το ελληνικό speculative fiction μπορεί να συνομιλήσει με την κοινωνική κατάρρευση, με την εργασιακή βία, με τις queer ταυτότητες, με την πολιτική απελπισία και την ανάγκη της εξέγερσης, χωρίς να χάνει την αφηγηματική του ένταση και χωρίς να εγκλωβίζεται σε μια στείρα μίμηση ξένων αρχετύπων. Το Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς είναι ένα μυθιστόρημα ατελές με τον τρόπο που συχνά είναι ατελή τα πραγματικά φιλόδοξα βιβλία, γεμάτο ρωγμές, υπερβολές και στιγμές όπου το βάρος των ιδεών του το τραβά προς τα κάτω, αλλά ταυτόχρονα γεμάτο εικόνες, τόλμη και μια σπάνια αίσθηση ότι η ελληνική πραγματικότητα μπορεί να γίνει πρώτη ύλη για έναν σκοτεινό, παράξενο και πολιτικά φορτισμένο φανταστικό κόσμο. Και αυτό, από μόνο του, το καθιστά έργο που αξίζει να διαβαστεί, τόσο για όσα πετυχαίνει όσο και για όσα υπόσχεται για τη συνέχεια.

Κατηγορίες: Greek Literature