Ακόμη και σήμερα, κοντά έναν αιώνα αργότερα, ο ελληνικός εμφύλιος παραμένει ένα κομβικό σημείο της πρόσφατης ιστορίας της χώρας, ένα τραύμα που συνεχίζει να επηρεάζει τα κοινά, τη συλλογική μνήμη και τις πολιτικές μας αντανακλάσεις με τρόπους συχνά διακριτούς αλλά επίμονους, σαν ένα βαθύ και ακόμη ανήσυχο υπέδαφος της νεότερης Ελλάδας που δεν μπορεί να διαβαστεί, όσο και αν αυτό είναι επιθυμητό, ως ένα απλό επεισόδιο αδελφοκτόνας παραφροσύνης, γιατί μέσα του συγκρούστηκαν πραγματικές κοινωνικές ανάγκες, ταξικές ελπίδες, ο κόσμος της Αντίστασης, η προσδοκία μιας δικαιότερης ζωής, και από την άλλη η βία του κράτους και του παρακράτους, η παλινόρθωση της παλιάς τάξης, η εκδίκηση απέναντι σε όσους είχαν τολμήσει να φανταστούν ότι η Ιστορία θα μπορούσε να χε πάρει διαφορετικό δρόμο. Από αυτή την πλευρά των ηττημένων, από εκείνους που κουβάλησαν πάνω τους το φορτίο μιας μεγάλης ιστορικής υπόσχεσης και είδαν την υπόσχεση να συντρίβεται τόσο από τον εχθρό όσο και από τις εσωτερικές αγκυλώσεις, αναδύεται Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, ένα μυθιστόρημα που δικαίως θεωρείται ένα αριστούργημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και παραμένει ίσως το πιο πυκνό, το πιο ανήσυχο, το πιο αμείλικτο βιβλίο του ελληνικού κανόνα για τη σχέση ανάμεσα στην επανάσταση, την πίστη, την ελευθερία και τον δογματισμό.
Ο Άρης Αλεξάνδρου υπήρξε ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος, ένας από τους εκείνους τους μεταπολεμικούς δημιουργούς που η διαδρομή τους ήταν σημαδεμένη από πολιτικές διώξεις, εξορίες και από μια σταθερή άρνηση να υποτάξει τη σκέψη του ακόμη και σε κομματικές ή ιδεολογικές ευκολίες. Το Κιβώτιο αποτελεί το μοναδικό του μυθιστόρημα και είναι γραμμένο στο διάστημα 1966-1972, στο μεγαλύτερό του μέρος στο Παρίσι όπου ο συγγραφέας βρέθηκε εξόριστος κατά την επταετίας, και εκδομένο κατά την μεταπολιτευτική στιγμή όπου η ελληνική κοινωνία άρχιζε, δειλά δειλά να ξανακοιτάζει τα τραύματα που είχε θαφτεί κάτω από δεκαετίες φόβου, αντικομμουνισμού και θεσμικής βίας. Το γεγονός ότι ο Αλεξάνδρου έγραψε ένα και μόνο μυθιστόρημα και με αυτό κατόρθωσε να καταλάβει μια τόσο κεντρική θέση στη λογοτεχνική συνείδηση μοιάζει σχεδόν ειρωνικά ταιριαστό με τη φύση του ίδιου του βιβλίου, που στέκεται μόνο του, αυστηρό, κλειστό, ανεξάντλητο, σαν αντικείμενο που δεν προσφέρεται για εύκολη αποκρυπτογράφηση.
Η πλοκή του βιβλίου, εξωτερικά, έχει την απλότητα μιας στρατιωτικής αποστολής και την ένταση ενός πολιτικού θρίλερ. Στα τέλη του εμφυλίου, ή ίσως καλύτερα σε ένα απροσδιόριστα διαφορετικό τέλος, μια ομάδα επίλεκτων μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν. στην πόλη Κ. σε μια αποστολή που παρουσιάζεται ως καθοριστική για την έκβαση του αγώνα, παρότι ο αναγνώστης γνωρίζει, ή έστω αισθάνεται, πως η Ιστορία έχει ήδη αρχίσει να γέρνει αμετάκλητα προς την ήττα. Η ομάδα ξεκινά μέσα σε ατμόσφαιρα αυστηρής πειθαρχίας, μυστικότητας και δογματικής προσήλωσης στον σκοπό, όμως η πορεία μετατρέπεται σταδιακά σε τελετουργία εξόντωσης, καθώς οι σύντροφοι χάνονται ένας προς έναν, από εχθρικά πυρά, από κακουχίες, από εκτελέσεις, από τη θανατηφόρα λογική της υποψίας που αρχίζει να διαβρώνει τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογικότητας και τόσο χαρακτηρίζει την σταλινική εποχή. Ο μοναδικός επιζών φτάνει τελικά στον προορισμό, παραδίδει το κιβώτιο και αντί να δικαιωθεί φυλακίζεται, ανακρινόμενος από τη δική του πλευρά, σαν η επιβίωσή του να αποτελεί τεκμήριο μιας κάποιας ενοχής.
Η αφήγηση έχει την μορφή μιας εξομολόγησης, μιας παραληρηματική ανασύσταση μιας διαδρομής που όσο περισσότερο εξηγείται τόσο περισσότερο σκοτεινιάζει με τον αναξιόπιστο αφηγητή να γράφει προς τον σύντροφο ανακριτή, προσπαθώντας να αποδείξει ότι δεν πρόδωσε, ότι δεν παρέκκλινε, ότι δεν υπήρξε σαμποτέρ, με την ίδια τη γλώσσα του γίνεται να παγίδα, γιατί κάθε λεπτομέρεια που επιστρατεύει για να σωθεί μπορεί να γυρίσει εναντίον του, κάθε ανάμνηση μπορεί να εκληφθεί ως αντίφαση, κάθε ανθρώπινη ταλάντευση ως ιδεολογική αστάθεια. Τα ίδια γεγονότα αναδημιουργούνται και εξιστορούνται ξανά και ξανά, αλαγμένα και με νέες λεπτομέριες που αλλάζουν το τελικό αποτέλεσμα και συσκοτίζουν τελικά τα πραγματικά γεγονότα, με τον Αλεξάνδρου να χτίζει έτσι ένα από τα πιο ασφυκτικά αφηγηματικά σύμπαντα της ελληνικής πεζογραφίας, όπου η εξουσία δεν χρειάζεται πια να βασανίζει μόνο το σώμα, αφού έχει ήδη μάθει να πιέζει τη συνείδηση, να απαιτεί από τον άνθρωπο να μιλήσει μέχρι να παράξει την ενοχή που ο μηχανισμός περιμένει.
Το μεγάλο εύρημα, το άδειο τελικά κιβώτιο, δεν λειτουργεί ως απλό macguffin ούτε ως αντικομμουνιστικό σχόλιο πάνω στην ιστορία των ηττημένων. Η ανάγνωση αυτή αδικεί το βιβλίο και το τραβά προς μια πλευρά που το ίδιο υπερβαίνει. Το Κιβώτιο είναι έργο βαθιά αριστερής οδύνης, μια εσωτερική αναμέτρηση με τον δογματισμό, την τυφλή κομματική προσήλωση, την ιδέα ότι ο σκοπός μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της κρίσης, της αμφιβολίας, της πνευματικής ελευθερίας. Ο Αλεξάνδρου δεν χλευάζει το όραμα των χαμένων, δεν απορρίπτει την ιστορική τους απαίτηση για δικαιοσύνη, δεν παραδίδει την ήττα τους στους νικητές για να τη χρησιμοποιήσουν ως επιβεβαίωση της δικής τους βαρβαρότητας. Αντίθετα, γράφει από το εσωτερικό τραύμα μιας παράταξης που είχε δίκιο να θέλει έναν άλλο κόσμο και ακριβώς γι’ αυτό όφειλε να προστατεύσει μέσα της τον άνθρωπο από τον μηχανισμό, την ελευθερία από τη γραμμή, τη συνείδηση από την εντολή.
Επίκαιρο ακόμη σημέρα, το Κιβώτιο μας αναγκάζει να σκεφτούμε ότι η ακεραιότητα δεν σώζεται με την υπακοή, ότι η ελευθερία δεν είναι πολυτέλεια σε καιρό αγώνα, ότι ο αντιδογματισμός δεν αποτελεί αποστασία από την υπόθεση της χειραφέτησης, αλλά τον μόνο τρόπο να μη μετατραπεί η χειραφέτηση σε νέα φυλακή. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα παραμένει ζωντανό, όχι ως μνημείο μιας χαμένης πολιτικής εποχής, αλλά ως διαρκής προειδοποίηση απέναντι σε κάθε συλλογικότητα που ξεχνά πως ο άνθρωπος προηγείται του μηχανισμού που υποτίθεται ότι τον υπηρετεί. Ο Άρης Αλεξάνδρου, με το μοναδικό του μυθιστόρημα, έγραψε ένα έργο που κοιτάζει την ήττα της αριστεράς χωρίς χαιρεκακία, χωρίς εξαγνισμό, χωρίς εύκολη παρηγοριά, και ακριβώς γι’ αυτό την καθιστά ακόμη πιο τραγική, ακόμη πιο ανθρώπινη, ακόμη πιο δική μας.



