Όταν ο Φουκουγιάμα βιάστηκε να χαιρετήσει το “τέλος της Ιστορίας” στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η φιλελεύθερη δημοκρατία και η οικονομία της αγοράς παρουσιάστηκαν ως ο τελικός ορίζοντας της ανθρώπινης οργάνωσης, με τον κομμουνισμό να είχε καταρρεύσει, τον Ψυχρό Πόλεμο να έχει μόλις τελειώσει και τη Δύση να στέκεται φαινομενικά θριαμβεύουσα. Η Ιστορία ως διαδοχή ανταγωνιστικών κοσμοθεωριών έφτανε στο πέρας της και αυτό που απέμενε ήταν η τεχνική διαχείριση ενός συστήματος που είχε ήδη λύσει τα θεμελιώδη ερωτήματα. Σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η πρόβλεψη μοιάζει με ιδεολογική αυταπάτη, με τον καπιταλισμό που υποτίθεται ότι είχε σταθεροποιηθεί και κυριαρχίσει να περνά από κρίση σε κρίση. Η ασιατική κατάρρευση του 1997, η φούσκα του dot-com, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η πανδημία, οι ενεργειακές αναταράξεις. Κάθε δεκαετία έφερε τη δική της απόδειξη ότι η ιστορία συνεχίζεται με τρόπους που κανείς δεν είχε προβλέψει και ότι τίποτα δεν ήταν πιο σταθερό από τις κρίσεις του καπιταλισμού ο οποίος συνεχίζει να επιβιώνει καρκινικά, μέσα από μια διαρκή μεταμόρφωση, μέσα από μετατοπίσεις ισχύος και αναδιάρθρωση των σχέσεων εξουσίας.
Η πιο πρόσφατη μετάλλαξη έχει όνομα: Καπιταλισμός της πλατφόρμας. Στο σύγχρονο τεχνολογικό περιβάλλον της ψηφιακής οικονομία και του διαδικτύου, οι πλατφόρμες αναδύθηκαν ως η νέα μορφή συγκέντρωσης ισχύος, ελέγχοντας τις ράγες πάνω στις οποίες κινείται πλέον η οικονομική δραστηριότητα. Η Amazon, η Google, το Facebook, η Visa, η Mastercard, η Uber, το Airbnb, είναι οι νέοι κόμβοι εξουσίας που καθορίζουν τους όρους πρόσβασης στην αγορά.. Ο Nick Srnicek, με το βιβλίο του Ο Καπιταλισμός της Πλατφόρμας, αποπειράται να διαβαστεί τη σύγχρονη οικονομία ως ιστορική διαδικασία, να ειδωθούν οι πλατφόρμες ως λογικές συνέπειες ενός συστήματος που αναζητά διαρκώς νέες πηγές κέρδους όταν οι παλιές εξαντλούνται.
Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε εδώ, πρέπει να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1970, όταν το φορντικό μοντέλο μαζικής παραγωγής και σχετικής κοινωνικής συναίνεσης άρχισε να ραγίζει. Ο φορντισμός είχε στηριχθεί σε μια εύθραυστη ισορροπία όπου η σταθερή εργασία, οι αυξανόμενοι μισθοί και η κρατική παρέμβαση δημιουργούσαν τις συνθήκες για μια διευρυμένη κατανάλωση που με τη σειρά της τροφοδοτούσε την παραγωγή, φέρνοντας στον μεταπολεμικό καπιταλιστικό κόσμο μια πρωτόγνωρη εφημερία ικανή να ανταγωνιστεί το σοσιαλιστικό αφήγημα της αντίπερα πλευράς. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 διέλυσε αυτή την ισορροπία φέρνοντας στο προσκήνιο το “τρομακτικό” stagflation, τον συνδυασμό πληθωρισμού και ύφεσης που η κυρίαρχη οικονομική σκέψη θεωρούσε μέχρι τότε αδύνατο. Η αύξηση του κόστους ενέργειας διαπέρασε ολόκληρη την οικονομία, αποσταθεροποίησε τις βιομηχανικές αλυσίδες και αποκάλυψε ότι η ανάπτυξη δεν ήταν ούτε γραμμική ούτε εγγυημένη. Η κρίση αυτή σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής όπου ο καπιταλισμός μπορούσε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως μηχανή ευημερίας για όλους και άνοιξε το δρόμο για τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ την δεκαετία του ‘80.
Η απάντηση του συστήματος ήρθε μέσω της νεοφιλελεύθερης στροφής των δεκαετιών του 1980 και του 1990 που χαρακτηρίστηκαν από νομισματική πειθαρχία, απορρύθμιση των αγορών, συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, μεταφορά της παραγωγής σε περιοχές χαμηλότερου κόστους. Η οικονομία άρχισε να χρηματοπιστωτικοποιείται, να στηρίζεται όλο και περισσότερο σε χρηματοοικονομικά εργαλεία, πιστώσεις και κεφαλαιαγορές αντί στην πραγματική παραγωγή ενώ το χρήμα έγινε πιο κινητό, το κεφάλαιο πιο ευέλικτο και η εργασία πιο επισφαλής. Η συνταγή που για ορισμένους ήταν και είναι ευαγγέλιο δεν φάνηκε να δουλεύει και τόσο: η Συμφωνία της Πλάζα του 1985 σηματοδότησε μια συνειδητή προσπάθεια των μεγάλων οικονομιών να υποτιμήσουν το δολάριο, με τεράστιες επιπτώσεις ιδιαίτερα για την Ιαπωνία, η οποία βρέθηκε με ένα υπερτιμημένο γιεν, φούσκες σε ακίνητα και χρηματιστήρια και τελικά σε μια μακρά περίοδο στασιμότητας ενώ η ασιατική κρίση του 1997 έδειξε πόσο εύθραυστο ήταν το παγκοσμιοποιημένο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τις ταχείες εισροές και εκροές κεφαλαίων να καταρρίπτουν ολόκληρες οικονομίες μέσα σε λίγους μήνες. Η φούσκα της dot-com στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και η κατάρρευση του 2008 επιβεβαίωσαν ότι κάθε κρίση λειτουργούσε ως μηχανισμός αναδιάρθρωσης, ενίσχυσης των ισχυρών και αποδυνάμωσης των αδύναμων. Και μετά το 2008, με τα επιτόκια σε σχεδόν μηδενικά επίπεδα και τη ρευστότητα να πλημμυρίζει τις αγορές χωρίς διέξοδο στην πραγματική οικονομία, τα κεφάλαια στράφηκαν προς τις τεχνολογικές εταιρείες αναζητώντας την υπόσχεση μελλοντικών κερδών σε έναν κόσμο όπου τα παρόντα χάνουν την φυσική τους υπόσταση.
Ο Srnicek φωτίζει τη λογική αυτής της νέας μορφής καπιταλισμού. Οι διαφημιστικές πλατφόρμες όπως η Google και το Facebook εξάγουν αξία από τα δεδομένα των χρηστών, μετατρέποντας κάθε αναζήτηση, κάθε κλικ, κάθε αλληλεπίδραση σε εμπόρευμα που πωλείται στους διαφημιζόμενους. Οι βιομηχανικές πλατφόρμες μετασχηματίζουν την ίδια την παραγωγή, ενσωματώνοντας αισθητήρες και δίκτυα στις εργοστασιακές διαδικασίες και δημιουργώντας νέες μορφές ελέγχου και βελτιστοποίησης. Οι πλατφόρμες προϊόντων μετατρέπουν αγαθά σε υπηρεσίες, όπου η κατοχή υποχωρεί έναντι της πρόσβασης και η εφάπαξ αγορά έναντι της συνδρομής. Και οι λιτές πλατφόρμες όπως η Uber και το Airbnb κατέχουν ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία ενώ ελέγχουν τους όρους της συναλλαγής, εξωθώντας το ρίσκο και το κόστος στους εργαζόμενους και τους παρόχους ενώ συγκεντρώνουν τα κέρδη και τα δεδομένα. Κάθε τύπος αντιπροσωπεύει διαφορετική στρατηγική εξαγωγής κέρδους, ενώ όλοι μοιράζονται μια κοινή λογική, τον έλεγχο των ραγών πάνω στις οποίες κινείται η οικονομική δραστηριότητα.
Το network effect βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της συγκέντρωσης ισχύος. Η δυναμική είναι αυτοτροφοδοτούμενη, καθώς όσοι περισσότεροι χρήστες συμμετέχουν σε μια πλατφόρμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία της για όλους, και τόσο δυσκολότερο είναι να την ανταγωνιστεί κάποιος νέος παίκτης. Η Amazon έγινε η αγορά αυτή καθαυτή επειδή εκεί βρίσκονται οι αγοραστές, και οι αγοραστές βρίσκονται εκεί επειδή εκεί είναι οι πωλητές. Η Google κυριαρχεί στην αναζήτηση επειδή τα δεδομένα από δισεκατομμύρια αναζητήσεις βελτιώνουν τον αλγόριθμο, κάτι που κανένας νεοεισερχόμενος δεν μπορεί να αναπαράγει. Το Facebook διατηρεί τους χρήστες του επειδή εκεί βρίσκονται οι φίλοι τους, δημιουργώντας ένα κλειδωμένο οικοσύστημα από το οποίο η έξοδος σημαίνει κοινωνική απομόνωση. Ο ανταγωνισμός μετατοπίζεται σε επίπεδα όπου λίγοι μπορούν να παίξουν, στο κεφάλαιο που απαιτείται για την κατασκευή υποδομών παγκόσμιας κλίμακας, στα δεδομένα που έχουν ήδη συσσωρευτεί, στην πολιτική επιρροή που ασκούν οι τεχνολογικοί κολοσσοί. Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας διατηρεί τον λόγο του ανταγωνισμού ενώ λειτουργεί πρακτικά στα πλαίσια πανίσχυρων μονοπωλίων, με την εξουσία να πηγάζει πλέον από τον έλεγχο των δικτύων, των πρωτοκόλλων και των ψηφιακών υποδομών που διαμεσολαβούν σχεδόν κάθε οικονομική συναλλαγή.
Η δύναμη του Srnicek έγκειται στην άρνησή του να αντιμετωπίσει τις πλατφόρμες ως τεχνολογικά φαινόμενα αποκομμένα από την ιστορία. Εκεί όπου η κυρίαρχη αφήγηση βλέπει καινοτομία και διάρρηξη, ο Srnicek βλέπει συνέχεια και μετάλλαξη μιας δοκιμασμένης συνταγής της οποίας η εγγενής κρίσης και η απαίτηση για συνεχή μετάλλαξη των τροπων εκμετάλλευσης του συστήματος είναι μέρος του ίδιου του του DNA. Οι πλατφόρμες αναδύονται ως απάντηση σε συγκεκριμένα προβλήματα του καπιταλισμού, ως διέξοδος για κεφάλαια που αναζητούν απόδοση σε έναν κόσμο χαμηλών επιτοκίων και στάσιμης παραγωγικότητας. Αυτή η ιστορική ευαισθησία είναι και η μεγαλύτερη συνεισφορά του βιβλίου, ωστόσο, η συντομία του αφήνει ορισμένα ερωτήματα ημιτελή, με τη σχέση ανάμεσα στις πλατφόρμες και το κράτος να μπορούσε να είχε αναπτυχθεί περισσότερο, ιδιαίτερα καθώς βλέπουμε κυβερνήσεις να ταλαντεύονται μεταξύ ρύθμισης και εξάρτησης από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, ενώ η γεωπολιτική διάσταση, οι προσπάθειες της Κίνας να δημιουργήσει παράλληλες υποδομές, ο ρόλος της Ευρώπης που παραμένει εξαρτημένη τεχνολογικά και όχι μόνο από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού παρά το ευρώ και τις ρυθμιστικές της φιλοδοξίες, μόλις που θίγονται. Αυτές οι παραλείψεις ωστόσο αναδεικνύουν περισσότερο τις δυνατότητες του αναλυτικού πλαισίου παρά τα όριά του. Ο Srnicek προσφέρει ένα εργαλείο ανάγνωσης που διατηρεί την ισχύ του ακόμα και όταν εφαρμόζεται σε φαινόμενα που το βιβλίο δεν μπόρεσε να προβλέψει.
Διαβάζοντας τον Καπιταλισμό της Πλατφόρμας σήμερα, χρόνια μετά την έκδοσή του το 2016, αντιλαμβάνεσαι ότι η ανάλυση έχει επιβεβαιωθεί με τρόπους που ο ίδιος ο συγγραφέας πιθανώς δεν είχε προβλέψει. Σήμερα, τα ΑΙ συστήματα που κυριαρχούν στην αγορά τα τελευταία χρόνια προφητεύοντας μια πρωτοφανή επανάσταση, έχουν δημιουργήσει ένα νέο πεδίο εφαρμογής του καπιταλισμού της πλατφόρμας και μαζί ένα speculative πεδίο επενδύσεων που η δυναμική του κάνει την φούσκα του dot-com να μοιάζει χαριτωμένη. Τεράστια ροή κεφαλαίων σε εταιρείες με αβέβαιη κερδοφορία, αποτιμήσεις που στηρίζονται σε υποσχέσεις μελλοντικής κυριαρχίας, μια συλλογική πεποίθηση ότι αυτή τη φορά όλα θα είναι διαφορετικά. Η ιστορία υποδεικνύει ότι οι φούσκες σκάνε, αλλά και ότι από τα ερείπιά τους αναδύονται οι πραγματικοί κυρίαρχοι της επόμενης εποχής, όπως η Amazon και η Google επέζησαν της κατάρρευσης του 2000 για να κυριαρχήσουν στις δύο επόμενες δεκαετίες.
Αν ο καπιταλισμός επιβιώνει επειδή εξελίσσεται, αν κάθε κρίση λειτουργεί ως ευκαιρία αναδιάρθρωσης και ανακατανομής ισχύος, τότε η επόμενη μεταβολή προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί; Ποιος θα ελέγχει τις ράγες της τεχνητής νοημοσύνης, τα δεδομένα που την τροφοδοτούν, τους αλγορίθμους που διαμορφώνουν όλο και περισσότερο τη γνώση και την εργασία; Και ποιος θα πληρώσει το κόστος της μετάβασης; Ο Srnicek θέτει ερωτήματα που δε απαντά, αλλά ίσως ξεχνά το σημαντικότερο.
Υπάρχει εναλλακτική;