Μεσούντος της οικονομικής κρίσης, τον Αύγουστο του ‘12, μια ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα της Alpha Bank στη Νάουσα της Πάρου κατέληξε σε τραγωδία όταν ο 53χρονος οδηγός ταξί Δημήτρης Μίχας, που επιχείρησε να εμποδίσει τη φυγή των δραστών, δολοφονήθηκε. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία συνέλαβε τον Τάσο Θεοφίλου, έναν τριαντάρη αναρχικό από τη Θεσσαλονίκη που σπούδασε Θεολογία και είχε ζήσει τα χρόνια της κρίσης μεταξύ σερβιτόρικων, εθελοντικής δουλειάς σε χώρους αλληλεγγύης και γραφής. Το κατηγορητήριο στηριζόταν σε ένα καουμπόικο καπέλο που εμφανίστηκε μυστηριωδώς στα πειστήρια μετά τις αρχικές εξετάσεις της σκηνής του εγκλήματος, φέροντας υποτίθεται το DNA του κατηγορουμένου, σε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα προς την Αστυνομία, και στην πολιτική του ταυτότητα που οι καουμπόηδες της Ελληνικής Δικαιοσύνης κατάφεραν να συνδέσουν με την τρομοκρατική οργάνωση Πυρήνες της Φωτιάς. Κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν τον αναγνώρισε ποτέ. Κανένα ίχνος δεν πιστοποίησε την παρουσία του στο νησί εκείνες τις ημέρες ενώ μάρτυρες επιβεβαίωσαν ότι βρισκόταν στην Αθήνα βάφοντας τοίχους στο Στέκι Μεταναστών της Κυψέλης. Ειδικοί γνώμονες αμφισβήτησαν τη διαδικασία εξέτασης του DNA υποδεικνύοντας σοβαρό κίνδυνο επιμόλυνσης κατά την ταυτόχρονη επεξεργασία του πειστηρίου με το δείγμα του κατηγορουμένου, στο σώμα του Μίχα που πάλεψε σώμα με σώμα με τον δράστη δεν βρέθηκε DNA του Θεοφίλου, ενώ στα χέρια του ίδιου, στο πρόσωπό του και στα γυαλιά που φορούσε αποδεδειγμένα δεν υπήρχαν κατάλοιπα εκρηκτικών ή ίχνη συμπλοκής. Ωστόσο, το Τριμελές Εφετείο τον καταδίκασε σε 25 χρόνια κάθειρξης το 2014, πλέοντας αντίθετα προς κάθε αρχή του in dubio pro reo. Η αθωότητα, σε εποχές όπως η ελληνική κρίση μετατρέπεται σε βάρος αποδείξεως, και η ιδιότητα του αναρχικού σε πειστήριο ενοχής.
Πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 2017, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον αθώωσε κατά πλειοψηφία από το σύνολο των κατηγοριών. Μέσα στην κατάμεστη αίθουσα του Εφετείου, όπου φίλοι και αλληλέγγυοι είχαν συγκεντρωθεί, την ετυμηγορία υποδέχθηκαν κλάματα ανακούφισης και χειροκροτήματα. Ο Θεοφίλου όμως είχε ήδη χάσει 59 μήνες από τη ζωή του, τρεισήμισι χρόνια στον Δομοκό και έναμισι στον Κορυδαλλό. Τον Αύγουστο του 2018, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την απόπειρα αναίρεσης που έγινε από το σύστημα, οριστικοποιώντας την αθώωση με μια απόφαση 90 σελίδων που κατέρριψε ένα προς ένα τα επιχειρήματα της κατηγορίας. Του επιδικάστηκαν 36.000 ευρώ αποζημίωση για την άδικη κράτηση, ποσό πενιχρό σε σχέση με τα χαμένα χρόνια, την χαμένη νεότητα, τη συστηματική ταπείνωση. Η δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα, όταν και αν έρχεται, φέρει πάντα το στίγμα της καθυστέρηση, αφήνει πάντα μια επίγευση κρατικής βιας και παθογένειας.
Απόσταγμα της πενταετής τριβής του με το σωφρονιστικό σύστημα της χώρας είναι η Φυλακή, ένα βιβλίο μαρτυρία στο οποίο ο Θεοφίλου γράφει με τη λιτότητα του ανθρώπου που έχει μάθει ότι κάθε λέξη στοιχίζει, που έχει ζήσει σε καθεστώς απόλυτης οικονομίας χώρου, χρόνου, αξιοπρέπειας. Το κείμενο είναι αλογόκριτη κατάθεση, παρατηρητική εθνογραφία ενός κόσμου που η πολιτεία επιθυμεί να κρατά αόρατο και που για το φαντασιακό του μέσου πολίτη αποτελεί έναν μυθικό κόσμο ραμένο από κομμάτια κινηματογραφικών σεναρίων.
Χρησιμοποιώντας την εμπειρία του ως φακό, με γραφή που χαρακτηρίζεται από την λιτότητα και την ακρίβεια εκείνου που κρατά σημειώσει από την πρώτη μέρα που πέρασε τις πόρτες των φυλακών, μας βάζει “μέσα” για μια μέρα, μας γνωρίζει τις φυλές των φυλακών, τα σχολεία που παράγουν και αναπαράγουν την εγκληματικότητα αντί να τη σωφρονίζουν, την "οικονομία της φυλακής" που στηρίζεται στη διακίνηση ναρκωτικών υπό το βλέμμα και την ανοχή του προσωπικού, τις ιεραρχίες εξουσίας που αναπαράγουν την ταξική δομή και τους κοινωνικούς αποκλεισμούς του έξω κόσμου σε συμπυκνωμένη μορφή. Η φυλακή, όπως την περιέγραψε ο Φουκώ, δεν αποτυγχάνει όταν δεν σωφρονίζει, αλλά λειτουργεί αποτελεσματικά ως μηχανισμός παραγωγής και διαχείρισης της παραβατικότητας. Έτσι και η ελληνική φυλακή που γνωρίζουμε μέσα από τη μαρτυρία του Θεοφίλου είναι ένας χώρος όπου η ταπείνωση είναι καθημερινή πρακτική διοίκησης, όπου η βία είναι διοικητική προτού γίνει σωματική, όπου ο μύθος του σωφρονισμού καταρρέει μπροστά στην πραγματικότητα του "πάρκινγκ ψυχών" που λειτουργεί ως διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ως ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών.
Το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες, είναι σύντομο, σχεδόν εκατό σελίδες. Παρά το μικρό μέγεθος, η γραφή του Θεοφίλου, ο οποίος γράφει πρωτίστως για τον εαυτό του και “για να γλιτώσει τα χρήματα της ψυχοθεραπείας”, είναι εξαιρετικά διεισδυτική, διαπερνώντας τους μύθους που η κοινωνία έχει υφάνει γύρω από τη φυλακή και αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα ενός συστήματος που δεν σωφρονίζει αλλά συντηρεί, δεν αποκαθιστά αλλά συντρίβει, δεν προστατεύει την κοινωνία αλλά αναπαράγει τις βίαιες δομές της. Η λιτότητα της γλώσσας, η αποχή από συναισθηματισμούς, η σχεδόν τεχνική καταγραφή της διακριτικής καθημερινής ταπείνωσης δίνουν στο κείμενο μια δύναμη που κανένα μελόδραμα δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Το βιβλίο είναι κατηγορία εναντίον ενός κράτους, κάθε κράτους, που φυλακίζει τους φτωχούς και τους ανυπότακτους υπό το πρόσχημα της δικαιοσύνης, μαρτυρία που ανοίγει το μαύρο κουτί της κοινωνίας και αποκαλύπτει τη βία που ασκείται στο όνομά της, στοιχηματίζοντας σε μια ελπίδα ίσως αφελή αλλά απολύτως αναγκαία ότι η γνώση μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγή, ότι η μαρτυρία μπορεί να σπάσει τη σιωπή, ότι η αποκάλυψη της αλήθειας μπορεί ακόμα να προκαλέσει αντίσταση σε μια κοινωνία που έχει μάθει να αποδέχεται την αδικία ως φυσικό νόμο.