Ένας μοναχός κατά τύχη, ένας απέθαντος ιππότης, μια πρώην πειρατίνα με πλούσιο βιογραφικό, ο τρίτος καλύτερος νεκρομάντης της Ευρώπης, ένας βαρόνος βρικόλακας, μια Σκανδιναβή λυκάνθρωπος και ένα ξωτικό με τη δύναμη να γίνεται αόρατο, δεμένοι από μια γητειά της δωδεκάχρονης Πάπισσας, αναγκάζονται να αναλαμβάνουν να συνοδεύσουν την, εδώ και χρόνια χαμένη και μεγαλωμένη ως κοινή κλέφτρα στα σοκάκια της Αγίας Πόλης κόρη της νεκρής αυτοκράτειρας της Ανατολικής αυτοκρατορίας, στην Τροία, όπου σκοπεύουν να την εγκαταστήσουν στον θρόνο τον οποίο έχουν σφετεριστεί οι συγγενείς της. Στους δρόμους ενός κόσμου που μοιάζει επικίνδυνα με τον δικό μας, όπου η πανούκλα θερίζει και οι σταυροφορίες στρέφονται ενάντια στα ξωτικά που περιμένουν στις παρυφές του πολιτισμένου κόσμου για να καταβροχθίσουν ό,τι απέμεινε από τον ιερό πολιτισμό της Δύσης, αυτή η παρέα των τεράτων θα διασχίσει μια Ευρώπη γεμάτη κινδύνους, μια Ευρώπη που καταρρέει. Το ταξίδι τους είναι ιερή αποστολή, αλλά τα μέσα τους είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από άγια. Ακόμη και η εκκλησία καμιά φορά, στο όνομα της αναγκαιότητας, αναγκάζεται να να χρησιμοποιησεί Δαίμονες.
Ο Τζο Αμπερκρόμπι συστήθηκε στο ελληνικό κοινό είκοσι χρόνια πριν, σε μια εποχή που η λογοτεχνία του φανταστικού περνούσε μια χρυσή εποχή εκδοτικά, με οίκους όπως ο Αίολος, η Anubis και ο Φανταστικός Κόσμος να επενδύουν στις μεταφράσεις σπουδαίων και όχι μόνο βιβλίων του είδους, που όμως, συχνά δεν ξέφυγαν από την πεπατημένη των συμβάσεων του high fantasy, με την πλειοψηφία αυτών να κινούνται στον ασφαλή χώρο που οριοθετούνταν μεταξύ του Τόλκιν και των κόσμων τύπου D&D. Ο Αμπερκρόμπι ήρθε ως μέρος ενός ρεύματος που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται δεκαετίες νωρίτερα, αν και δεν είχε ακόμα όνομα και τόσο αυστηρή ταυτότητα, ενός ρεύματος που βρίσκει τις απαρχές του σε έργα όπως το Black Company του Γκλεν Κουκ, και το οποίο αρνείται τις εύκλες συμβάσεις του είδους και την μανιχαϊστική διαίρεση καλού και κακού. Το grimdark, όπως βαφτίστηκε αργότερα με μια δόση αυτοσαρκασμού, όταν δεν είναι απλώς edgy fantasy με περισσότερο αίμα και βρισιές, στην καλύτερή του εκδοχή, είναι μια επιστροφή στον στιγνό ρεαλισμό του πραγματικού κόσμου, μια άρνηση να δεχτούμε ότι η ηθική τάξη του κόσμου είναι εγγεγραμμένη στους νόμους της φύσης.
Χαρακτηριστικά γνωστός σε ορισμένους κύκλους και ως Lord Grimdark, ο Αμπερκρόμπι έχτισε τη φήμη του πάνω στα ερείπια του ηρωικού fantasy, δημιουργώντας με την τριλογία Ο πρώτος Νόμος (2006-2008) έναν κόσμο όπου οι ήρωες είναι ηθικά αμφίσημοι έως αποκρουστικοί, η βία έχει συνέπειες και οι νίκες είναι πύρρειες όταν δεν είναι εντελώς ανύπαρκτες. Στα έξι κύρια βιβλία του Κύκλου του Κόσμου ο Αμπερκρόμπι τελειοποίησε ένα στυλ που συνδυάζει τη σκληρότητα με έναν μαύρο, κοφτερό χιούμορ και μια κυνική αλλά ποτέ μηδενιστική ματιά στην ανθρώπινη φύση. Τώρα, με το Οι Δαίμονες, εγκαταλείπει για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια τον κόσμο που τον έκανε διάσημο για να επισκεφτεί έναν κόσμο γνώριμο και ταυτόχρονα άγνωστο.
Το worldbuilding είναι το δυνατό χαρτί του βιβλίου και συνδυασμό με το grimdark στοιχείο κάνει το σύνολο να δουλεύει. Η δράση τοποθετείται σε μια μεσαιωνική Ευρώπη που δημιουργείται από το ερώτημα “τι θα γινόταν αν στον κόσμο μας υπήρχε μαγεία;” με τον συγγραφέα να απαντά ανασχεδιάζοντας το χάρτη, δημιουργώντας μια ήπειρο που εν μέσω γνωστών γεγοντων όπως το σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας οι σταυροφορία και οι πανούκλα, φιλοξενεί βρικόλακες και λυκάνθρωπους, νεκρομάντες, ξωτικά που αντικαθιστούν τις εξ ανατολάς απειλές, μικρά και μεγάλα γεγονότα αλλαγμένα με μικρούς διακριτικούς τρόπους με την μαγεία να γεμίζει τους κενούς χώρους και να συμπληρώνει την εικόνα. Η προσέγγιση λειτουργεί ακριβώς επειδή ο Αμπερκρόμπι αρνείται την εμμονή της λεπτομέρειας. Το σκηνικό του είναι αρκετά οικείο για να αναγνωρίσουμε τους φόβους που το κατοικούν, αρκετά αλλόκοτο για να τους συναντήσουμε σαν για πρώτη φορά.
Αυτό που δεν δουλεύει τόσο καλά όσο ο συγγραφέας θα ήθελε, είναι το υπερβολικό edginess, που ειδικά στο πρώτο μέρος του βιβλίου κατά την εισαγωγή των χαρακτήρων, γίνεται κουραστικό αντι να εξυπηρετεί την πλοκή μοιάζει να είναι αυτοσκοπός. Κάθε χαρακτήρας σπεύδει να αποδείξει πόσο σκληρός είναι, κάθε διάλογος φορτώνεται με ατάκες εφηβικού επιπέδου, κάθε σκηνή σπρώχνει τα όρια λίγο παραπέρα σαν να φοβάται ο συγγραφέας ότι ο αναγνώστης θα ξεχάσει τι είδους βιβλίο κρατάει στα χέρια του. Το πρόβλημα δεν είναι η βία ή η γλώσσα αυτές καθαυτές, αλλά η επιμονή τους, η ανασφάλεια που κρύβεται πίσω από την επίδειξη, αχρείαστη καθώς ο Αμπερκρόμπι έχει αποδείξει σε προηγούμενα βιβλία του ότι ξέρει να χειρίζεται τη σκληρότητα με οικονομία, να την αφήνει να αναδυθεί από τις καταστάσεις αντί να την επιβάλλει. Κάπου στο δεύτερο τρίτο του βιβλίου ο ρυθμός αλλάζει, οι χαρακτήρες αρχίζουν να αναπνέουν, οι σχέσεις τους αποκτούν βάθος, και η αφήγηση αρχίζει να κυλά αρκετά πιο αβίαστα βυθίζοντας τον αναγνώστη στην μαγική εκδοχή της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Συνολικά το βιβλίο πετυχαίνει το σκοπό του και διασκεδάζει και με το παραπάνω τον αναγνώστη. Ο Αμπερκρόμπι παραμένει ένας από τους πιο ικανούς τεχνίτες του σύγχρονου φανταστικού, με διαλόγους που κόβουν, σκηνές μάχης που διαβάζονται σαν χορογραφημένο χάος, και χαρακτήρες που παρά την τερατώδη τους φύση καταφέρνουν να γίνουν απροσδόκητα ανθρώπινοι. Οι Δαίμονες, παρά τις όποιες αδυναμίες, είναι ένα φιλόδοξο βιβλίο στο οποίο φανταστικό και πραγματικό δένονται αριστοτεχνικά με μαγιά μια ετερόδοξη ομάδα χαρακτήρων που επιδιώκουν και καταφέρνουν να μείνουν αξέχαστοι στον αναγνώστη, δημιουργώντας ως αποτέλεσμα ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα βιβλία του φανταστικού των τελευταίων ετών.



